61η Μπιενάλε της Βενετίας: Οι συμμετοχές που ξεχώρισαν
Σπίτια από κλωστή, κήποι ακρόασης, δάπεδα από αλάτι, μωρά- κούκλες που περιμένουν να τα φροντίσεις και ένα περίπτερο που προσπαθεί να δραπετεύσει από την ιστορία του, είναι ορισμένα μόνο από τα έργα που θα συναντήσει κανείς στην 61η Μπιενάλε της Βενετίας, όπου μεγάλα ονόματα και αναγνωρισμένοι δημιουργοί συνυπάρχουν με τις πιο δυναμικές φωνές του σήμερα.
Η φετινή διοργάνωση προσφέρει ένα πολυφωνικό και διεθνές πανόραμα καλλιτεχνών από διαφορετικές γενιές και γεωγραφίες, με έργα που εκτείνονται από τη ζωγραφική και τη γλυπτική έως την περφόρμανς και τις πολυμεσικές εγκαταστάσεις.
Η 61η Διεθνής Έκθεση Τέχνης, που θα διαρκέσει έως τις 22 Νοεμβρίου 2026, άνοιξε το περασμένο Σάββατο τις πύλες της για το κοινό (9 Μαΐου), χωρίς την επιμελήτρια που τη σχεδίασε, την Κόγιο Κούο, η οποία έφυγε από τη ζωή πέρυσι κατά την περίοδο προετοιμασίας της, με τους πέντε στενούς συνεργάτες της να υλοποιούν τελικά το όραμα της.
Η Κούο, η πρώτη Αφρικανή γυναίκα που ανέλαβε την επιμέλεια της μεγαλύτερης εικαστικής διοργάνωσης παγκοσμίως, θέλησε να παρουσιάσει μια έκθεση σε χαμηλούς τόνους που θα αναδείξουν καθαρά τον παλμό της σύγχρονης δημιουργίας, επιλέγοντας καλλιτέχνες με ισότιμη κατανομή ανδρών και γυναικών, και ισορροπία Ανατολής – Δύσης. Το αφήγημά της, «Σε χαμηλές τονικότητες» (In Minor Keys), επικεντρώνεται στην εσωτερική προσέγγιση της τέχνης, αποφεύγοντας οτιδήποτε κραυγαλέο, με έμφαση στη διακριτική δύναμη της εμπειρίας.
Ωστόσο, η φετινή διοργάνωση που φιλοξενεί πάνω από 100 εθνικές συμμετοχές και 31 παράλληλες δράσεις, ξεκίνησε με μία σειρά θεσμικών ανατροπών. Η παραίτηση της διεθνούς επιτροπής βραβείων λίγο πριν από τα επίσημα εγκαίνια και η κατάργηση της απονομής των Χρυσών Λεόντων, που αντικαθίστανται από βραβεία κοινού, καθώς και οι συζητήσεις γύρω από τη συμμετοχή της Ρωσίας και του Ισραήλ έχουν μεταφέρει τη δημόσια συζήτηση από το καλλιτεχνικό στο πολιτικό πεδίο, προκαλώντας κυβερνητικές παρεμβάσεις, ανοιχτές επιστολές και διεθνείς αντιδράσεις.
Τα περίπτερα που ξεχώρισαν
Ακολουθώντας πιστά το όραμα της Κόγιο Κούο, η 61η Μπιενάλε μοιάζει να ενθαρρύνει τον επισκέπτη να μην κινηθεί βιαστικά από το ένα περίπτερο στο άλλο αναζητώντας την επόμενη εντυπωσιακή εικόνα. Αντίθετα, τον καλεί να επιβραδύνει και να παρατηρήσει πιο προσεκτικά, βιώνοντας την εμπειρία.
Και παρότι οι φετινές συμμετοχές διαφέρουν αισθητικά και θεματικά, φαίνεται στην πλειοψηφία τους να μοιράζονται μια κοινή κατεύθυνση: ενδιαφέρονται λιγότερο για τα έργα ως εκθεσιακά αντικείμενα και περισσότερο για την εμπειρία που δημιουργείται γύρω από αυτά.
Ανάμεσα στα περίπτερα που ξεχωρίσαμε στη φετινή διοργάνωση, η οποία πραγματοποιείται στα Giardini, στην Αρσενάλε και σε διάφορους χώρους στη Βενετία, είναι αυτά της Αυστρίας, της Ιαπωνίας, της Γερμανίας, της Ελλάδας, της Ινδίας, της Αργεντινής και του Βατικανού, τα οποία καλούν τους θεατές να μην μείνουν απλοί παρατηρητές, αλλά να συμμετέχουν σωματικά και συναισθηματικά σε αυτό που συμβαίνει.
Δεξαμενές νερού και 200 κούκλες – μωρά
Το πρώτο έργο που συναντάμε καθώς πλησιάζουμε στο κατώφλι του Κεντρικού Περιπτέρου στα Giardini της 61ης Διεθνούς Έκθεσης Τέχνης είναι η ζωντανή παρέμβαση της Otobong Nkwanga, που μεταμορφώνει την πρόσοψη του κτιρίου σε έναν ζωντανό οργανισμό: φυτά, έντομα και αρώματα «επαναφέρουν τη φύση» στην αρχιτεκτονική, δημιουργώντας μια πύλη από ανθισμένες κολώνες που φέρνει σε διάλογο τους ανθρώπους και ό,τι υπερβαίνει τον άνθρωπο, μαζί με την οικονομία και την οικολογία, προσκαλώντας μας να αντιληφθούμε νέες μορφές ζωής και σχέσεων.
Παραμένοντας στα Giardini, ένα από τα πιο δημοφιλή περίπτερα είναι αυτό της Αυστρίας, έξω από το οποίο σχηματίζονται από τις πρώτες μέρες τεράστιες ουρές κόσμου, και μεγάλη αναμονή προκειμένου να καταφέρει να φτάσει κανείς στην πολυπόθητη είσοδο. Εκεί, η Florentina Holzinger, με το «Seaworld Venice», μετατρέπει τον χώρο σε ένα ασφυκτικό σύστημα νερού, αποβλήτων, ανθρώπινων υγρών, μηχανών και σωμάτων που παραπέμπει σε σκηνικό επιστημονικής φαντασίας.
Χημικές τουαλέτες, σωλήνες, φίλτρα, γυμνά σώματα που σκαρφαλώνουν σε μεταλλικές κατασκευές, μηχανές που λειτουργούν ασταμάτητα, μία δεξαμενή νερού με τους περφόρμερ να επιπλέουν με μάσκες κατάδυσης και καφέ νερά που παραπέμπουν σε περιττώματα, συνθέτουν ένα περιβάλλον που μοιάζει να βρίσκεται διαρκώς στα όρια της κατάρρευσης.
Η εγκατάσταση δεν εξαντλείται στο σοκ ή στην πρόκληση έντονης δυσφορίας. Η Holzinger παρουσιάζει μια υποδομή που αποσυντίθεται μπροστά στα μάτια των θεατών. Οι περφόρμερ παλεύουν με διαρροές, κουβάδες και μηχανισμούς που μοιάζουν αδύνατο να ελεγχθούν, ενώ στοιχεία όπως ένα τζετ σκι ή μια καμπάνα που βρίσκεται έξω από το περίπτερο και ενεργοποιείται κάθε ώρα από το σώμα μιας περφόρμερ, εντείνουν την αίσθηση μιας απορρυθμισμένης μηχανής.
Η αυστριακή συμμετοχή εξετάζει τα όρια αντοχής του ανθρώπινου σώματος, τη σχέση του με την τεχνολογία και τον τρόπο με τον οποίο προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σε ένα ασταθές και διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Σε μια πόλη όπως η Βενετία, που βρίσκεται αντιμέτωπη με την άνοδο της στάθμης των νερών και την περιβαλλοντική αβεβαιότητα, η εγκατάσταση μοιάζει ακόμη πιο επίκαιρη.
Από τα πιο ιδιαίτερα περίπτερα της φετινής Μπιενάλε, είναι το ιαπωνικό περίπτερο του Αμερικανο- Ιάπωνα queer καλλιτέχνη Ei Arakawa-Nash που μετατρέπει τη φροντίδα σε συλλογική ευθύνη. Στο έργο «Grass Babies, Moon Babies», οι επισκέπτες καλούνται να κρατήσουν κούκλες-μωρά που έχουν το βάρος ενός βρέφους τεσσάρων μηνών και φορούν μικροσκοπικά γυαλιά ηλίου αναλαμβάνοντας προσωρινά τον ρόλο του φροντιστή. Αυτό που αρχικά μοιάζει με παιχνίδι αποκτά γρήγορα συναισθηματικό και συμβολικό βάρος.
Οι 208 κούκλες βρίσκονται διάσπαρτες στον χώρο, και ο επισκέπτης μπορεί να τις μεταφέρει, μέσα από τους υπερυψωμένους χώρους, τον κήπο και το εσωτερικό του περιπτέρου, να τους αλλάξει πάνα και να σκανάρει QR codes για να λάβει μικρά ποιήματα που αντιστοιχούν στα «γενέθλια» κάθε μωρού. Οι ημερομηνίες αυτές παραπέμπουν σε σημεία συνάντησης ανάμεσα στην ατομική εμπειρία και σε κοινωνικές ή πολιτικές συνθήκες, τοποθετώντας τα μωρά κάπου ανάμεσα σε φανταστικούς χαρακτήρες, μελλοντικούς απογόνους και μάρτυρες της Ιστορίας.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, το περίπτερο γεμίζει από αυτές τις μικρές πράξεις φροντίδας, καθώς άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι αποκτούν σταδιακά μεγαλύτερη επίγνωση των κινήσεων και της ευθύνης που μοιράζονται. Το έργο αναπτύσσεται μέσα από την αμηχανία και την ευαλωτότητα που προκαλεί και υποδηλώνει ότι η φροντίδα δεν είναι ποτέ αποκομμένη από το περιβάλλον μέσα στο οποίο ασκείται- είτε αυτό είναι οικογενειακό, θεσμικό, οικολογικό ή εθνικό.
Το βάρος της Ιστορίας και η υλική διάσταση της μνήμης
Εξίσου έντονη είναι η παρουσία της Γερμανίας με την έκθεση «Ruin», σε επιμέλεια της Kathleen Reinhardt, που προσεγγίζει τόσο τη γερμανική ιστορία όσο και την αρχιτεκτονική του γερμανικού περιπτέρου μέσα από μια καλλιτεχνική επανανοηματοδότηση του χώρου. Με μια αισθητική γλώσσα που κινείται ανάμεσα στη μινιμαλιστική καθαρότητα και τη μαξιμαλιστική υπερβολή, οι Sung Tieu και Henrike Naumann χρησιμοποιούν το ίδιο το κτίριο ως έναν αμφίσημο καθρέφτη των κοινωνικών δυναμικών που εκτείνονται από το πρόσφατο παρελθόν έως το σήμερα.
Οι δύο καλλιτέχνιδες γεμίζουν τον χώρο με αντικείμενα- αναφορές στην Ανατολική Γερμανία, μνήμες μετανάστευσης, γραφειοκρατίας και στρατιωτικοποίησης. Η Βιετναμέζα Sung Tieu έχει καλύψει την εμβληματική πρόσοψη του περιπτέρου με τρία εκατομμύρια ψηφίδες που παραπέμπουν στο εργατικό μπλοκ κατοικιών του Ανατολικού Βερολίνου όπου μεγάλωσε, συνδέοντας το έργο με τους Βιετναμέζους εργάτες της ΛΔΓ και την αβεβαιότητα που αντιμετώπισαν μετά την επανένωση. Παράλληλα, η Henrike Naumann μετατρέπει την κεντρική αίθουσα σ’ ένα φορτισμένο ανατολικογερμανικό εσωτερικό με πράσινους τοίχους, καρέκλες, διακοσμητικά αντικείμενα, κλειδαριές και έπιπλα που αποκαλύπτουν πώς η ιδεολογία και η Ιστορία εισχωρούν στην καθημερινότητα και στο ίδιο το αισθητικό περιβάλλον ενός σπιτιού.
Ιδιαίτερα συγκινητικό είναι και το ινδικό περίπτερο που βρίσκεται στην Arsenale, το οποίο επιστρέφει στη Βενετία ύστερα από επτά χρόνια με την έκθεση «Geographies of Distance: remembering home», σε επιμέλεια Amin Jaffer. Η συμμετοχή συγκεντρώνει πέντε καλλιτέχνες από διαφορετικές περιοχές της Ινδίας και χρησιμοποιεί υλικά όπως πηλό, κλωστή και μπαμπού για να εξερευνήσει την έννοια του σπιτιού, της πατρίδας, της απώλειας και την υλική διάσταση της μνήμης.
Το έργο που ξεχωρίζει περισσότερο είναι της Sumakshi Singh, η οποία ανασυνθέτει με κεντημένη κλωστή το κατεδαφισμένο πατρικό της σπίτι στο Νέο Δελχί: τοίχοι, σκάλες και πόρτες αιωρούνται σαν ανάμνηση που έχει χάσει τη φυσική της υπόσταση αλλά εξακολουθεί να υπάρχει στον χώρο.
Στο περίπτερο της Αργεντινής, ο Matías Duville δημιουργεί ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά περιβάλλοντα της φετινής Μπιενάλε. Στο «Monitor Yin Yang», ο επισκέπτης εισέρχεται σε έναν σκοτεινό χώρο όπου απλώνεται ένα τοπίο από λευκό αλάτι και ίχνη μαύρου κάρβουνου. Οι επισκέπτες καλούνται να κινούνται μόνο πάνω σε λευκά μονοπάτια. Μέσα στον χώρο, όμως, αυτή η απλή σύσταση αποκτά διαφορετικό βάρος, καθώς το έργο μοιάζει ευάλωτο και σχεδόν ζωντανό, σαν κάθε βήμα να μπορεί να το επηρεάσει. Παράλληλα, ένα ηχητικό έργο βασισμένο σε περιβαλλοντικά δεδομένα της Βενετίας ενισχύει την ένταση ανάμεσα στην κίνηση, την προσοχή και την ευθραυστότητα της εγκατάστασης.
Δωμάτια απόδρασης και ηχητικές προσευχές
Σ’ ένα απρόσμενο «δωμάτιο απόδρασης», μέσα από το οποίο καλούμαστε να δούμε την ιστορία ως ανοιχτό πεδίο ερμηνειών, έχει μετατρέψει ο διεθνούς φήμης εικαστικός και αρχιτέκτονας Ανδρέας Αγγελιδάκης το ελληνικό περίπτερο. Ως «Escape Room», το περίπτερο ενσαρκώνει μία πραγματικότητα που μοιάζει με παιχνίδι, ενώ σε συμβολικό επίπεδο φέρει το παράδοξο ενός κτιρίου που προσπαθεί να δραπετεύσει από τον «εαυτό» του, από την ίδια την ιστορία του.
Η ελληνική συμμετοχή, σε επιμέλεια Γιώργου Μπεκιράκη, με εθνικό επίτροπο τον Μητροπολιτικό Οργανισμό Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης-MOMUS μεταμορφώνει τον χώρο στα Giardini της Βενετίας σε έναν λαβύρινθο από εικόνες, αντικείμενα, αρχιτεκτονικά θραύσματα, βίντεο και «σουβενίρ» της ελληνικής ιστορίας και ταυτότητας. Ένα σύγχρονο πλατωνικό σπήλαιο, όπου η ιστορία, η ιδεολογία και οι εθνικές αφηγήσεις παράγονται, επαναλαμβάνονται και αποδομούνται ταυτόχρονα.
Η Αγία Έδρα του Βατικανού ακολουθεί μια διαφορετική προσέγγιση, δίνοντας έμφαση όχι στην εικόνα αλλά στον ήχο. Το περίπτερο, με τίτλο «The Ear is the Eye of the Soul» και σε επιμέλεια των Hans Ulrich Obrist και Ben Vickers, συγκεντρώνει 24 καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων σημαντικά ονόματα όπως οι Brian Eno, Patti Smith, Jim Jarmusch, FKA twigs, Kali Malone, Dev Hynes και Precious Okoyomon και απλώνεται σε δύο χώρους της Βενετίας: στον Μυστικό Κήπο των Ανυπόδητων Καρμηλιτών στο Καναρέτζιο, και στο συγκρότημα Santa Maria Ausiliatrice στο Καστέλο. Αφιερωμένη στη ζωή και την κληρονομιά της Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν, βενεδικτίνας μοναχής του 12ου αιώνα, ποιήτριας, θεραπεύτριας και συνθέτριας, η έκθεση στήνει μια εμπειρία ακρόασης, περισυλλογής και «ηχητικής προσευχής».
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.




