Πανελλαδικές ειδήσεις, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Λευτέρης Παπαδόπουλος: Η άτακτη καρδιά του ελληνικού τραγουδιού


Της Μαρίνας Ζιώζιου 

mzioziou@skai.gr

Στο σπίτι κάτω από την Ακρόπολη, ο χρόνος δεν κυλά. Μένει εκεί, στοιβαγμένος σε βιβλία, χαρτιά και μνήμες. Στο μικρό, μισοσκότεινο γραφείο του Λευτέρη Παπαδόπουλου, όλα μοιάζουν να έχουν φωνή. Ένα τραπέζι γεμάτο χαρτιά, ένας καναπές που έχει πάψει να είναι καναπές και έγινε αρχείο, ένα μπιλιάρδο που παραδόθηκε στα βιβλία. Και στη μέση εκείνος: ο «Πρόεδρος», με το βλέμμα ακόμη κοφτερό, τη γλώσσα αφτιασίδωτη και τη μνήμη να λειτουργεί σαν παλιό ραδιόφωνο που πιάνει καθαρά όλες τις εποχές.

Εκεί τον συνάντησε ο Γιώργος Παυριανός για μια εκ βαθέων συνέντευξη, που δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice». Η συνομιλία τους δεν έμοιαζε με τυπική συνέντευξη. Ήταν μια επιστροφή στα μέρη όπου γεννήθηκαν τα τραγούδια: στην Αριστοτέλους, στις αυλές της Κατοχής, στα φτωχικά δωμάτια, στις ταβέρνες, στα μεγάλα στούντιο, στις φωνές που σφράγισαν την Ελλάδα.

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος ήταν ένας αναρχικός από τα γεννοφάσκια του. Μεγαλώνοντας, έκανε την αναρχία τρόπο ζωής. Φαινόταν στο γέλιο του, στις βρισιές που γίνονταν χάδια, στις φιλίες του, στον τρόπο που αγαπούσε, θύμωνε, μιλούσε και έγραφε.

Λευτέρης Παπαδόπουλος

Η φτώχεια πριν γίνει τραγούδι

Γεννήθηκε στις 14 Νοεμβρίου 1935, σε ένα δρομάκι κάτω από την πλατεία Κυριακού. Ο πατέρας του είχε έρθει από την Προύσα και δούλευε τσαγκάρης. Η μητέρα του, πρόσφυγας από το Νοβοροσίσκ, καθάριζε σπίτια και ξενόπλενε για λίγες δραχμές. Όλοι μαζί ζούσαν σε ένα δωμάτιο, στο βάθος μιας αυλής, με κοινόχρηστη τουαλέτα και ένα πηγάδι στη μέση. Η φτώχεια δεν ήταν ιδέα, ούτε αργότερα λογοτεχνική πρώτη ύλη. Ήταν το άδειο πιάτο, το παπούτσι που έπρεπε να κρατήσει άλλη μία χρονιά.

Κι ύστερα ήρθαν οι Γερμανοί. Ο μικρός Λευτέρης τους είδε να κατεβαίνουν προς την Ομόνοια και, χωρίς ακόμη να καταλαβαίνει, έβαλε τα κλάματα. Η Κατοχή έφερε την πείνα. Έτρωγε χαρούπια, ψίχουλα από τον πάγκο του φούρναρη, σταφίδες που έπεφταν από τη ζυγαριά του μπακάλη, το άσπρο μέρος από πορτοκαλόφλουδες που έβρισκε στα σκουπίδια. Μια σκηνή δεν έφυγε ποτέ από μέσα του: ο πατέρας άρρωστος, το σπίτι χωρίς φαγητό, η μητέρα έγκυος. Έβγαλε γάλα από το στήθος της μέσα σε ένα φλιτζάνι και το έδωσε στον άντρα της. 

«Μάνα, δεν φυτέψαμε ούτε ένα λουλούδι κι ακριβοπληρώσαμε δυο σπυριά ζωή. Μάνα, δεν τελειώσαμε ούτε ένα τραγούδι, ήλιο ζητιανέψαμε κι έχουμε καεί»

Η φτώχεια στα τραγούδια του δεν ζητά λύπηση. Είναι περήφανη, πεισματάρα, σχεδόν αρχοντική μέσα στη στέρησή της. Όπως ανέφερε ο ίδιος στη συνέντευξη, δεν τον ενδιέφερε «η φτώχεια η κακομοίρικη», αλλά εκείνη που βγάζει λουλούδι από τον πηλό. Γι’ αυτό και οι στίχοι του δεν έμειναν ντοκουμέντα μιας εποχής. Έγιναν προσωπικές αναμνήσεις ανθρώπων που γεννήθηκαν πολύ αργότερα. 

Η «Άπονη ζωή» και μια ολόκληρη Ελλάδα

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Σταύρος Ξαρχάκος του ζήτησε να γράψει για τα «Κόκκινα φανάρια». Δεν υπήρχαν κινητά, ούτε εύκολες ηχογραφήσεις. Ο συνθέτης έπαιζε τη μελωδία στο πιάνο ξανά και ξανά, ώσπου ο Παπαδόπουλος να τη μάθει απέξω. Τα λόγια ήρθαν αμέσως, χωρίς περιττές ασκήσεις ύφους. Η ζωή είχε ήδη κάνει τη δύσκολη δουλειά.

Λευτέρης Παπαδόπουλος

Όταν, στη συνέντευξη, ο Παυριανός τον ρωτά γιατί δεν έγραψε κάτι ερωτικό, η απάντηση πέφτει βαριά και καθαρή: «Γιατί ήμουν φτωχός, ρε μ@λ@κ@! Ήμουν μπατίρης. Και σαν κι εμένα ήταν ολόκληρη η Ελλάδα». Αυτή η φράση είναι, ίσως, το πιο σύντομο μανιφέστο του. 

«Άπονη ζωή, μας πέταξες στου δρόμου την άκρη, μας αδίκησες. Κι ούτε μια στιγμή δεν είπες να μας διώξεις το δάκρυ, μας κυνήγησες»

Παπαδόπουλος

Και πίσω από αυτές τις λέξεις περνούν φτωχογειτονιές, χωματόδρομοι, εργάτες, μανάδες, γλάστρες με βασιλικό, παιδιά με σφεντόνες. Μια Ελλάδα στερημένη, αλλά όχι γονατισμένη.

Λευτέρης Παπαδόπουλος

Στην Αριστοτέλους γεννήθηκε η μνήμη

Η οδός Αριστοτέλους στα τραγούδια του δεν είναι σκηνικό φτιαγμένο εκ των υστέρων. Είναι ο κόσμος όπου άνοιξε τα μάτια του: φούρνοι, ταβέρνες, εργαστήρια, καφενεία, κρυφά μπορντέλα, γλάστρες, μουριές, φτωχές οικογένειες και παιδιά που μεγάλωναν στον δρόμο. 

Η Αργυρώ, που έγινε αρχηγός στο τραγούδι, υπήρξε στ’ αλήθεια. Ένα κορίτσι ξυπόλυτο, που έκανε παρέα μόνο με αγόρια, έπαιζε βόλους και ξύλο και εξαγριωνόταν όταν τη φώναζαν με το παρατσούκλι της, «Καγκουρό». Ο Παπαδόπουλος δεν εφηύρε έναν κόσμο. Τον συγκράτησε με τέτοια ακρίβεια, ώστε να μοιάζει αθάνατος.

«Σάββατο κι απόβραδο και ασετυλίνη, στην Αριστοτέλους που γερνάς, έβγαζα απ’ τις τσέπες μου φλούδες μανταρίνι, σου ’ριχνα στα μάτια να πονάς»

Ο στίχος ως υπόθεση τιμής

Ο Παπαδόπουλος δεν ανέχεται τη λέξη «στιχάκια». Όταν τόλμησε να τη ψιθυρίσει ο Παυριανός, αντέδρασε ακαριαία: «Γράφουμε στίχους, στιχάκια έχουν μόνο τα ημερολόγια». Για εκείνον, ο λαϊκός στίχος δεν ήταν μικρή τέχνη. Ήταν ποίηση που έπρεπε να χωρέσει σε μια ανάσα και να περάσει από στόμα σε στόμα.

Έγραφε πάντα στο χέρι. Πρώτα με μολύβι Faber No 2 και αργότερα με ένα μεταχειρισμένο Parker 51, που το αποκαλούσε «εργάτη». Θυμόταν ακόμη το αίσθημα του μελανιού που γλιστρούσε στο χαρτί. Η γραφή του ήταν χειρωνακτική πράξη. Η λέξη έπρεπε να έχει βάρος, ρυθμό και θερμοκρασία. 

«Είχα ταλέντο», είπε. Και όταν ρωτήθηκε από πού ήρθε, απάντησε: «Ο Θεός! Και η ανάγκη». Η μία δύναμη του έδωσε το χάρισμα. Η άλλη δεν του επέτρεψε να το σπαταλήσει.

Λευτέρης Παπαδόπουλος

Λευτέρης Παπαδόπουλος

Οι άνθρωποι και οι φωνές του

Γύρω από τη ζωή του κινείται σχεδόν ολόκληρη η μεταπολεμική ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Ο Ξαρχάκος, ο Λοΐζος, ο Θεοδωράκης, ο Ζαμπέτας, ο Νικολόπουλος, ο Καζαντζίδης, η Μπέλλου, η Αλεξίου, ο Νταλάρας. Δεν τους μνημονεύει σαν ονόματα σε εγκυκλοπαίδεια. Τους θυμάται σε δωμάτια, ταβέρνες, στούντιο, ταξίδια, καβγάδες και γέλια.

Για τη Χαρούλα Αλεξίου λέει ότι η φωνή της βγαίνει από τα σωθικά της και «σου ξεσκίζει την καρδιά». Για τον Γιώργο Νταλάρα μιλά για εκείνο το μέταλλο που τον έκανε να γράφει ειδικά γι’ αυτόν. «Αυτοί είναι παιδιά μου», λέει στη συνέντευξη. Πίσω από την αυστηρότητα υπάρχει η τρυφερότητα ενός δημιουργού που άκουσε τις λέξεις του να γίνονται σώμα μέσα στις φωνές των άλλων. Με τον Μάνο Χατζιδάκι δεν συνεργάστηκε ποτέ. Η εξήγησή του, όπως συχνά συνέβαινε, ήταν αφοπλιστικά απλή και καθόλου διπλωματική. Δεν ταίριαζαν τα χνώτα τους. 

«Όλοι σε φωνάζαν αρχηγό, κι ήξερες μονάχα να διατάζεις, κι έτρεχα ξοπίσω σου κι εγώ, για να με κοιτάζεις»

Η Ράια και η άλλη όψη του «Προέδρου»

Η Ράια Μουζενίδου γνώρισε εκείνον που οι άλλοι έβλεπαν ως ατίθασο, θορυβώδη και δύσκολο. Στη συνέντευξη, τον περιγράφει ως άνθρωπο δισυπόστατο: με ένα κομμάτι αλήτικο και ένα βαθιά τρυφερό. 

Γνωρίστηκαν στη Θεσσαλονίκη. Εκείνη επέστρεφε από το Παρίσι και δεν ήξερε ούτε ποιος ήταν ούτε τι είχε γράψει. Εκείνος καθυστέρησε την αναχώρησή του, με πρόσχημα ότι ήθελε να πάρει συνέντευξη από τις γυναίκες της πόλης-πρώτη από όλες από τη Ράια.

Στις βόλτες τους, της απήγγελλε στίχους. Όταν άκουσε το «Σκέψου τι όμορφη που θα ’σαι με το φεγγάρι στα μαλλιά», όπως αφηγείται, συγκλονίστηκε. Ακολούθησαν δίσκοι, γράμματα, πακέτα και μια κοινή ζωή που πέρασε από στερήσεις, χρέη και ένα μικρό διαμέρισμα όπου έμεναν πέντε άνθρωποι μαζί. «Φτώχεια. Αλλά ωραία φτώχεια. Γέμιζαν οι κάμαρες φιλιά». 

Λευτέρης Παπαδόπουλος

Όταν το Καλλιμάρμαρο έγινε μια μεγάλη χορωδία

Στις 4 Σεπτεμβρίου 2024, η διαδρομή που είχε αρχίσει σε μια φτωχική αυλή της Αθήνας έφτασε στο Καλλιμάρμαρο. Περισσότεροι από 35.000 θεατές γέμισαν το στάδιο για τη μεγάλη συναυλία του «Όλοι Μαζί Μπορούμε», αφιερωμένη στον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Εκείνο το βράδυ, οι στίχοι του επέστρεψαν σε εκείνον μέσα από χιλιάδες φωνές.

Στη σκηνή ανέβηκαν αφιλοκερδώς δεκαέξι καλλιτέχνες: Ελευθερία Αρβανιτάκη, Μελίνα Ασλανίδου, Γλυκερία, Στέλιος Διονυσίου, Ελεωνόρα Ζουγανέλη, Μελίνα Κανά, Γιάννης Κότσιρας, Κώστας Μακεδόνας, Χρήστος Μάστορας, Μίνως Μάτσας, Μανώλης Μητσιάς, Δημήτρης Μπάσης, Γιώργος Νταλάρας, Μίλτος Πασχαλίδης, Αντώνης Ρέμος και Μαρία Φαραντούρη. Τα έσοδα διατέθηκαν για δενδροφυτεύσεις και δράσεις προστασίας του περιβάλλοντος.

Η πιο συγκινητική στιγμή ήρθε με τη Χάρις Αλεξίου. Είχε ήδη ανακοινώσει ότι σταματά το τραγούδι, όμως για εκείνον επέστρεψε. «Λευτέρη, ξέρεις ότι έχω κλείσει τις κουρτίνες μου εδώ και πολύ καιρό, αλλά στον “αρχηγό” δεν μπορείς να πεις όχι», είπε. Και ύστερα άνοιξε, όπως πρόσθεσε, την κουρτίνα για να μπει το φως του. Όταν τραγούδησε τον «Αρχηγό», το Καλλιμάρμαρο σηκώθηκε όρθιο.

Όσο κάποιος ακούει την «Άπονη ζωή» και βλέπει μπροστά του τη δική του μάνα, όσο περπατά νοερά στην Αριστοτέλους, όσο ψιθυρίζει «Αχ, χελιδόνι μου» ή «Το μερτικό μου απ’ τη χαρά», ο Λευτέρης Παπαδόπουλος θα επιστρέφει μέσα από τις λέξεις του – «σκαρφαλώνοντας λέξεις όπως μιαν ανεμόσκαλα»… 

Πηγή: skai.gr





Source link

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *