ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΕΣ ΔΙΩΞΕΙΣ ΚΑΤΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΕ ΑΝ.ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗ 1941-1944
Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΕΣ ΔΙΩΞΕΙΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΣΕ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΗ ΘΡΑΚΗ
ΚΑΤΑ ΤΟΝ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ
- Ιστορικής αξίας κείμενο Διαμαρτυρίας της εν Αθήναις Επιτροπής Ελλήνων εκ Μακεδονίας και Θράκης προς τους εν Ελλάδι αντιπροσώπους του Γ΄ Ράιχ και της Ιταλίας περί των υπό των Βουλγάρων νεωτέρων διώξεων σε βάρος των Ελλήνων της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης εν έτει 1942.
Η κατά τον Απρίλιο του 1941 κατάρρευση του μετώπου είχε ως τραγικό συνεπακόλουθο την υπό των Γερμανών παραχώρηση των Ελληνικών Επαρχιών της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης στους Βουλγαροεξαρχικούς συμμάχους τους, οι οποίοι ευθύς εξ αρχής και εκ νέου εφήρμοσαν το θηριώδες ανθελληνικό έργο τους που είχαν αρχικώς, κατά την περίοδο 1913-1919, εφαρμόσει στις πολυμαρτυρικές και πολυπαθείς ελληνικές επαρχίες της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης.
Συνεπεία των εν λόγω θηριωδιών και φρικωδών πράξεών τους σε βάρος των Ελλήνων της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης ήταν η αθρόα φυγή στην Αθήνα και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος πλείστων όσων Ελλήνων της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης προκειμένου να σωθούν από την θανατηφόρο μάχαιρα των Βουλγάρων κατακτητών, οι οποίοι μεθοδικώς και συστηματικώς βάσει προδιαγεγραμμένου κρατικού σχεδίου τους επεδίωκαν τον αφελληνισμό και πλήρη εκβουλγαρισμό των ως άνω ελληνικών βορείων επαρχιών, όπως προαιωνίως διακαώς επεθύμουν.
Οι κατά τα λοιπά ομόδοξοι Βούλγαροι ουδόλως υστέρησαν σε βαρβαρότητα και θηριωδίες σε σχέση με τους Γερμανούς κατά την περίοδο της κατοχής στην Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη όταν με κάθε τρόπο προσπαθούσαν να κάμψουν το ηθικό και το αντιστασιακό εθνικό φρόνημα των Ελλήνων, εξαθλιώνοντας αυτούς οικονομικά και φορολογικά μέχρι του σημείου να διαμορφώνουν σκοπίμως συνθήκες ακραίας πενίας και υποσιτισμού με κίνδυνο τον αφανισμό τους. Είναι δε αποδεικτικό του σατανικού ανθελληνικού σχεδίου των Βουλγάρων είναι το γεγονός ότι και αυτοί, όπως άλλοτε οι Τούρκοι, αφού οργάνωναν τάγματα εργασίας, ενέτασσαν σε αυτά αναγκαστικώς και βιαίως από τις επαρχίες Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης Έλληνες ηλικίας μεταξύ 26-45 ετών, οι οποίοι διαβιούσαν υπό απάνθρωπες συνθήκες (εξαντλητική εργασία, υποσιτισμός, κακουχίες, κακοποιήσεις) και πολλοί εξ αυτών πέθαιναν.
Καθημερινό φαινόμενο στις βουλγαροκρατούμενες περιοχές στην Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη ήταν οι αυθαίρετες και παράνομες καταλήψεις των οικιών των Ελλήνων υπό των Βουλγάρων, ακόμη και με το πρόσχημα της δήθεν κατασκευής εξωραϊστικών κοινωφελών έργων, καθώς και ο εξαναγκασμός τους σε αθρόα φυγή πέραν του Στρυμόνος ποταμού λόγω των αδιάκοπων βιαιοπραγιών, κακοποιήσεων και φυλακίσεών τους. Άξιον δε ιδιαιτέρας επισημάνσεως είναι το γεγονός ότι οι ληστρικές και τρομοκρατικές επιθέσεις των Βουλγάρων στις Ιερές Μονές των ως άνω εκκλησιαστικών επαρχιών είχαν ως συνέπεια την μέχρι και σήμερα δυστυχώς απογύμνωσή τους από τα μεγάλης ιστορικής, αρχαιολογικής και πνευματικής αξίας εκκλησιαστικών κειμηλίων τα οποία οι Βούλγαροι αφαιρούσαν ως λάφυρα και προωθούσαν στην Βουλγαρία, όπου μέχρι και σήμερα φυλάσσονται τα κλοπιμαία, ενώ κακοποιούσαν και τις μοναστικές αδελφότητες των Ιερών αυτών Μονών με αποτέλεσμα την ερήμωσή τους.
Άπαντα ταύτα είχαν έναν και μόνον αντικειμενικό σκοπό, που δεν ήταν άλλος από την με κάθε μέσο εθνολογική αλλοίωση του ελληνικού πληθυσμού στην Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη και εάν αυτό δεν επιτυγχάνετο, ο αφανισμός των εντοπίων Ελλήνων στις περιοχές αυτές. Επειδή λοιπόν αυτά και πολλά άλλα παρόμοια, φρικώδη και απάνθρωπα, από τον Απρίλιο και καθ’ όλη την διάρκεια του 1941, αλλά πολύ περισσότερο από το έτος 1942 λάμβαναν χώρα από τους Βουλγάρους κατακτητές στις ως άνω περιοχές, η εν Αθήναις Επιτροπή των Ελλήνων από την Μακεδονία και Θράκη απέστειλαν τον Ιούνιο του 1942 στους επισήμους εν Ελλάδι Αντιπροσώπους του Γερμανικού Γ΄ Ράιχ και της Ιταλίας την κάτωθι: «Διαμαρτυρία περί των νεωτέρων διώξεων υπό των Βουλγάρων», η οποία έχει ως εξής: «Εξ ονόματος των εν Αθήναις προσφύγων εξ Αν. Μακεδονίας και Δυτ. Θράκης πολλάκις ήδη από του Ιουνίου παρελθόντος έτους μέχρι σήμερον, έσχομεν την τιμήν να απασχολήσωμεν την Υμ. Εξοχότητα σχετικώς με τα δεινοπαθήματα του Ελληνικού πληθυσμού των επαρχιών εκείνων της Ελλάδος αι οποίαι, δυστυχώς, παρεδόθησαν εις την Διοίκησιν των Βουλγάρων. Διεμαρτυρήθημεν εξ αρχής δια την υπό των Βουλγάρων κατοχήν των Επαρχιών τούτων, αι οποίαι εν τη ολότητί των κατοικούνται από Έλληνας. Διεμαρτυρήθημεν διά την υπό των Βουλγάρων διά παντός μέσου καταβαλλομένην προσπάθειαν της βιαίας αλλοιώσεως του εθνολογικού χαρακτήρος των επαρχιών εκείνων, προσπάθειαν η οποία έφθασεν εις χαρακτηριστικήν έντασιν διά των σφαγών του τέλους Σεπτεμβρίου και σχεδόν ολοκλήρου του Οκτωβρίου1941 εις την Αν. Μακεδονίαν. Και εξεφράσαμεν πάντοτε τον φόβον ότι συν τη παρόδω του χρόνου η Βουλγαρική Διοίκησις θα προέβαινεν εις διαρκώς χειροτέραν μεταχείρισιν του Ελληνικού πληθυσμού με τον σκοπόν να τον εξοντώση εις όσον είναι δυνατόν μείζονα έκτασιν……
Δυστυχώς, άφθονα νεώτερα παραδείγματα της κακομεταχειρίσεως Ελλήνων υπό των Βουλγάρων και εν γένει της τυραννικής Διοικήσεως των Βουλγάρων φθάνουν και πάλιν μέχρις ημών, είναι δε αξιοσημείωτον ότι μόνον εις την πόλιν της Καβάλλας η κακομεταχείρισις αύτη των Ελλήνων φαίνεται να είναι μικροτέρα, εν σχέσει με όλας τας λοιπάς πόλεις και τα χωρία των βουλγαροκρατούμενων επαρχιών, και τούτο οφείλεται, ως αναφέρεται, εις την εν Καβάλλα παρουσίαν Γερμανικών αρχών.
Κατά πληροφορίας μας εκ διαφόρων πόλεων της Θράκης και της Αν. Μακεδονίας οι Βούλγαροι επιδιώκουν συστηματικώς την οικονομικήν εξόντωσιν του Ελλην. πληθυσμού. Θέτουν προς τούτο εις εφαρμογήν παν μέσον και πάσαν επινόησιν. Η φορολογία είναι βαρεία. Οι Έλληνες καταδιώκονται απηνώς, εν μέσω της εκ του πολέμου οικονομικής κρίσεως, προς πληρωμήν παλαιών χρεών, κρατικών ως και ιδιωτικών. Ρίπτονται προς τούτο εις τας φυλακάς, επιβάλλονται εις αυτούς πρόστιμα διά την ελαχίστην καθυστέρησιν της πληρωμής και είναι τόση η απόγνωσις εις την οποίαν περιέρχονται ως εκ της αδυναμίας να πληρώσουν, ώστε αναφέρονται παραδείγματα Ελλήνων οι οποίοι εκχωρούν την περιουσίαν των εις το βουλγαρικόν κράτος διά να εισπραχθή εξ αυτής ο φόρος ή το χρέος των. Η οικονομική δραστηριότης των Ελλήνων περιωρίσθη εις βαθμόν ώστε ούτοι να μη δύνανται πλέον να ζήσουν. Τα γεωργικά προϊόντα των επιτάσσονται υπό της Διοικήσεως εις τιμάς εξευτελιστικάς ενώ εξ άλλου ουδείς εξασφαλίζει εις τους αγρότας τον εφοδιασμόν των με τα είδη που χρειάζονται. Οι εκ Βουλγαρίας μεταφερθέντες Πρόεδροι των χωρίων, αφού εσφετερίσθησαν τα κτήματα διαφόρων κατοίκων, επιβάλλουν εις τους Έλληνας χωρικούς υποχρεωτικήν καλλιέργειαν αυτών.
Απηγορεύθη η εξάσκησις του επαγγέλματος εις τους Έλληνας εμπόρους και εις άλλους διαφόρους επαγγελματίας, εκ των οποίων άλλως τε οι περισσότεροι υφίσταντο ήδη πλείστας δυσκολίας εις τας εργασίας των, ομοίως δε και εις τους εμπορικούς υπαλλήλους. Οι Έλληνες καπνεργάται γίνονται δεκτοί προς εργασίαν μόνον εφόσον δεν ζητούν εργασίαν Βούλγαροι εργάται. Οι Έλληνες ζουν διά της εκποιήσεως των επίπλων των και των σκευών των. Εργασίαι δι’ αυτούς δεν υπάρχουν ειμή μόνον εφ’ όσον οι Βούλγαροι δεν ενδιαφέρονται δι’ ωρισμένον είδος εργασίας.
Παράλληλον μέτρον εξοντώσεως των Ελλήνων είναι ο συστηματικός υποσιτισμός των, τον οποίον σκοπίμως επιδιώκει η βουλγαρική διοίκησις. Εις τους Έλληνας κατοίκους, κατά τας πληροφορίας μας, χορηγείται ημερησίως μόνον ψωμί πολύ κακής ποιότητος από καλαμπόκι (200 γραμ.), ενώ εις τους Βουλγάρους χορηγείται ψωμί από σιτάρι (300 γραμ.) με ιδιαίτερα δελτία. Τα άλλα είδη διατροφής χορηγούνται σχεδόν αποκλειστικώς εις τους Βουλγάρους, ούτως ώστε να επέλθη βραδεία αλλ’ ασφαλής εξόντωσις του Ελληνικού πληθυσμού. Είναι χαρακτηριστικόν ότι ο εν Ξάνθη επίτροπος επί του επισιτισμού ILIA TRANSLIEFF είπεν, ως μανθάνομεν: «Περίεργον, δεν χορηγούμεν εις τους Έλληνας τρόφιμα και σαπούνι, μόλα ταύτα ζουν ακόμη και είναι και καθαροί».
Το πρόβλημα της διατροφής του Ελληνικού πληθυσμού εις τας Επαρχίας αυτάς καθίσταται κατά τας πληροφορίας μας διαρκώς οξύτερον, θα προσλάβη δε απειλητικάς διαστάσεις κατά τον χειμώνα διότι οι Βούλγαροι ακολουθούν προφανώς πολιτικήν εξοντώσεως των Ελλήνων διά του συστηματικού υποσιτισμού εις τας πόλεις. Εις τούτο συντελεί και κάτι άλλο, το οποίον αποτελεί τρίτον μέσον βιαίας εθνολογικής αλλοιώσεως του πληθυσμού των Επαρχιών εκείνων: ήτοι η αθρόα εγκατάστασις οικογενειών εκ Βουλγαρίας εις τας Ελληνικάς πόλεις. Μόνον διά την Ξάνθην υπολογίζονται εις 1000 και πλέον αι εγκατασταθείσαι βουλγαρικαί οικογένειαι. Τα οικήματα και τα έπιπλα πολλάκις των Ελλήνων, καταλαμβάνονται υπό Βουλγάρων υπό διάφορα προσχήματα. Παραλλήλως οι Βούλγαροι καταβάλλουν συστηματικήν αλλά ματαίαν προσπάθειαν διά να εκβιάζουν τους Έλληνας κατοίκους να δηλώνουν ότι είναι Βούλγαροι διά να έχουν ως αντάλλλαγμα την καλήν διατροφήν της οποίας απολαύουν αι εκ Βουλγαρίας οικογένειαι.
Δεν είναι παράδοξον, κατόπιν όλων τούτων αν, ως πληροφορούμεθα, εις την πόλιν Ξάνθης η θνησιμότης μεταξύ των Ελλήνων έχει αυξηθεί κατά 450% εν σχέσει προς την προπολεμικήν εποχήν.
Ως να μη έφθαναν όλα αυτά, οι Βούλγαροι αποφασίσαντες σκοπίμως σήμερον εν μέσω του πολέμου, να εκτελέσουν μεγάλης εκτάσεως εξωραϊστικά έργα εις τας πόλεις της Αν. Μακεδονίας και Δ. Θράκης, καταλαμβάνουν αθρόως τας αστικάς ιδιοκτησίας των Ελλήνων, τούτο δε αποτελεί εν ακόμη οικονομικόν πλήγμα κατά του δυστυχούς αυτού πληθυσμού.
Εντός της πόλεως Σερρών, κατά τας πληροφορίας μας, η ζωή του Ελληνικού πληθυσμού καθίσταται περισσότερον μαρτυρική. Τα κρατητήρια είναι διαρκώς πλήρη Ελλήνων, οίτινες φυλακίζονται υπό διάφορα προσχήματα και δέρονται ανηλεώς. Μέγα μέρος των μοναχών της Μονής του Προδρόμου εξεδιώχθησαν, οι δε λοιποί, αφού συνελήφθησαν και εκρατήθησαν δερόμενοι, επί πολλάς εβδομάδας, ήδη περιφέρονται εις την πόλιν επαιτούντες. Κατά μήνα Μάϊον εις το χωρίον Κοκκινόχωμα Ελευθερουπόλεως Βούλγαροι αφού ύβρισαν καπηλικώς τον Έλληνα Ιερέα του χωρίου του έκοψαν την κόμην και την γενειάδα. Εις δε την Μονή Εικοσιφοινίσσης Παγγαίου εισελεύσαντες αφήρεσαν παν κειμήλιον της μονής καθώς και τας αγίας εικόνας, έκαυσαν τα βιβλία αυτής και ετρομοκράτησαν τους μοναχούς κατά τοιούτον τρόπον, ώστε ηναγκάσθησαν να καταφύγουν ούτοι εις τα όρη. Εις τους Ιατρούς και τας Μαίας απαγορεύεται η άσκησις του επαγγέλματος. Γενικώς τρόμος και απελπισία επικρατεί μεταξύ του Ελληνικού πληθυσμού. Κανείς δεν είναι βέβαιος περί της τύχης η οποία τον αναμένει από της μιάς ημέρας εις την άλλην. Δι’ αυτό και αθρόαι είναι αι απόπειραι αποδράσεως Ελλήνων προς το υπό Ελληνικήν Διοίκησιν έδαφος. Εν τη απελπισία των οι φεύγοντες προσπαθούν να διαπεραιωθούν διά του Στρυμώνος και οι πλείστοι πνίγονται εντός αυτού, ή φονεύονται υπό των Βουλγάρων σκοπών. Εξ ομάδος 8 κατοίκων χωρίου της περιφερείας Σερρρών, η οποία από τας αρχάς Μαΐου επεχείρησε να διαπεραιωθή εις Ελληνικόν έδαφος διά του Στρυμώνος, οι 7επνίγησαν και ο εις μόνον διεσώθη.
Την κατάστασιν ταύτην, Εξοχώτατε, θα επιδεινώση κάτι απείρως πλέον επικίνδυνον: Επίμονοι πληροφορίαι αναφέρουν ότι οι Βούλγαροι αφ’ ενός μεν εκάλεσαν ηλικίας στρατευσίμων 1941 και 1942, τους οποίους και απέστειλαν εις Σερβίαν (εις Τσάβερο Σέλο λ.χ.), αφ’ ετέρου δε καλούν και εντάσσουν εις τάγματα εργασίας υποχρεωτικώς τους Έλληνας ηλικίας 26-45 ετών αδιακρίτως επαγγέλματος ή κοινωνικής θέσεως. Οι Έλληνες ούτοι αποστέλλονται μακράν των πόλεων και χωρίων των προς εκτέλεσιν δημοσίων έργων και συγκεκριμένως λέγεται ότι χρησιμοποιούνται καταναγκαστικώς εις τα πρώην οχυρά της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου, εις την διάτρησιν του όρους Καρατάς προς συνένωσιν των σιδηροδρομικών δικτύων Βουλγαρίας και Βουλγαροκρατούμενων επαρχιών, και εις άλλα έργα εν Βουλγαρία.
Λέγεται ότι μέχρι των μέσων Μαΐου μετεφέρθησαν διά της πόλεως Σιδηροκάστρου προς την Βουλγαρίαν σιδηροδρομικώς 35.000 Έλληνες διά τα τάγματα εργασίας και ότι η περιφέρεια της Ηρακλείας ηρημώθη ανδρών λόγω της υποχρεωτικής κατατάξεως των εις τάγματα εργασίας. Βέβαιον φαίνεται ότι προ μηνών ήδη οι Βούλγαροι διέταξαν απογραφήν των αγόντων τας ως άνω ηλικίας εις κάθε χωρίον, διήρεσαν δε αυτούς εις 3 κλάσεις και καλούν διαδοχικώς αριθμόν τινα εξ εκάστης κλάσεως διά προσωπικών κλήσεων. Λέγεται ότι τους ούτως καλουμένους υποχρεώνουν επί διαφόροις απειλαίς να υπογράφουν δήλωσιν ότι επιθυμούν να μεταβούν εις Βουλγαρίαν ως εργάται. Η τοιαύτη κλήσις προς υποχρεωτικήν εργασίαν δημιουργεί τον πανικόν των κατοίκων, γνωριζόντων ποία τύχη τούς αναμένει και ενισχύει την τάσιν προς φυγήν διά πάσης θυσίας προς την Ελλάδα ….
Εκ καταθέσεων Ελλήνων αποδρασάντων εκ Τσάρεβο Σέλο ένθα, ως ανωτέρω ελέχθη μέγας αριθμός στρατολογηθέντων κρατείται, προκύπτει ότι αφού εξεπαιδεύθησαν ούτοι επί πενθήμερον οι διοικηταί των λόχων τούς εδήλωσαν ότι όσοι δηλώσουν ότι είναι Βούλγαροι θα περάσουν καλά, ενώ «οι σκύλοι Γραικοί θα αποθάνουν επί τόπου και δεν θα επιστρέψουν εις τα σπίτια των», εκάλεσαν δε τους στρατευθέντας να δηλώσουν ότι είναι Βούλγαροι, πλην άπαντες ανεξαιρέτως εδήλωσαν ότι είναι Έλληνες και ουδέποτε υπήρξαν ή θα γίνουν Βούλγαροι. Τα αυτά εδήλωσαν και οι καταγόμενοι εκ των Σλαυοφώνων χωρίων της περιοχής Σιδηροκάστρου, Ράδοβο, Σάβιακο κλπ. Τούτο εξηρέθισε τα μέγιστα τους διοικητάς των λόχων και από της στιγμής ταύτης άρχισαν να δέρουν ανηλεώς τους άνδρας. Επηκολούθησε διαμονή εις διάφορα εργοτάξια εντός χαραδρών απέχοντα αλλήλων πολλά χιλιόμετρα, εκεί δε μηχανεύονται πάντα τρόπον διά να εξοντώσουν τους Έλληνας.
Ως τοιούτος τρόπος είναι να αποστέλλωνται σκοπίμως άνδρες εγγύς των εστιών υπονομευομένων βράχων καθ’ ην στιγμήν επίκειται η ανατίναξίς των διά να παραλάβουν δήθεν εγκαταλειφθέν τι εργαλείον, ούτως ώστε να φονευθώσιν εκ της εκρήξεως. Άλλοι άνδρες εξαναγκάζονται εις τελείως εξευτελιστικάς εργασίας (καθάρισμα αποχωρητηρίων διά των χειρών κλπ). Η ημερησία τροφή των ανδρών, αποτελείται από 200 περίπου γραμμάρια άρτου και από ζωμόν φασολίων. Οι άνδρες μη ανέχοντες εις τον υποσιτισμόν και την υπερβολικήν κόπωσιν διεμαρτυρήθησαν εις τους ανωτέρους των, οίτινες τότε τους απήντησαν ότι εάν δηλώσουν ότι είναι Βούλγαροι θα έχουν κρέας, κασέρι, μαρμελάδα κλπ, ως έχουν οι Βούλγαροι. Εννοείται ότι οι Έλληνες ενέμειναν πάλιν εις την δήλωσιν ότι είναι Έλληνες και δεν ημπορούν να είναι τίποτε άλλο. Επίσης η διαμονή των ανδρών είναι αθλία, διότι παραμένουν υπό βροχήν και άνευ αντισκήνων. Κατόπιν της απανθρώπου ταύτης μεταχειρίσεως των Βουλγάρων, πολλοί των Ελλήνων αναγκάζονται να λιποτακτήσουν τρεπόμενοι προς διαφόρους κατευθύνσεις αφηφούντες πάντα κίνδυνον της ζωής των.
Δεν δυνάμεθα να συγκρατήσωμεν την αγανάκτησιν και το αλγεινόν αίσθημα των προσφύγων της Αν. Μακεδονίας και Δυτ. Θράκης επί τω ακούσματι των πληροφοριών τούτων.
Δεν έχομεν μέσον να εξακριβώσωμεν μέχρι ποίου σημείου είναι ακριβείς, φοβούμεθα όμως ότι δυστυχώς είναι αληθείς, διότι γνωρίζομεν ότι οι Βούλγαροι την αυτήν ακριβώς μέθοδον μετεχειρίσθησαν και κατά τα έτη 1916-1918 διά να επιτύχουν αθρόαν εξόντωσιν του Ελληνικού πληθυσμού των αυτών επαρχιών, ήτοι απέστειλαν τους Έλληνας κατά δεκάδας χιλιάδων εις την Βουλγαρίαν αφού εστρατολόγησαν αυτούς προς καταναγκαστικήν εργασίαν. Ο προσφυγικός πληθυσμός των περιφερειών εκείνων με φρίκην ενθυμείται τας λέξεις: τάγματα εργασίας, καταναγκαστική εργασία, όμηρος. Εκ των υπέρ 70.000 Ελλήνων, οι οποίοι κατ’ αυτόν τον τρόπον απήχθησαν το 1916-1918 εις Βουλγαρίαν, μόλις το 1/5 επέστρεψεν. Οι άλλοι απέθαναν εκ των κακουχιών μακράν της πατρίδος των. Αλλά και όσων επέστρεψαν η υγεία ήτο τόσον υπονομευμένη από τας κακουχίας ώστε συντόμως οι περισσότεροι απεβίωσαν. Είναι γνωστόν ότι κατ’ αυτόν τον τρόπον η πόλις της Καβάλλας τότε σχεδόν ηρημώθη από τον ζωντανότερον πληθυσμόν της. Σήμερον οι πρόσφυγες της Αν. Μακεδονίας και της Δ. Θράκης με φρίκην αναλογίζονται ότι το ίδιον δύναται να επαναληφθή και την φοράν αυτήν.
Επικαλούμεθα όθεν την επέμβασιν Υμών, Εξοχώτατε, διά να ματαιωθούν τα εξοντωτικά ταύτα μέτρα των Βουλγάρων και διά να σταματήση η περαιτέρω εφαρμογή των, ούτως ώστε να διασωθή ο Ελληνικός πληθυσμός από τον απειλούντα αυτόν κίνδυνον. Δεν θα παύσωμεν να διαμαρτυρώμεθα διά την συμπεριφοράν των Βουλγάρων απέναντι των Ελληνικών πληθυσμών. Οι Βούλγαροι δεν υπήρξαν καν εμπόλεμοι προς την Ελλάδα ώστε να έχουν έστω και το παραμικρόν δικαίωμα απέναντι του πληθυσμού της, τον οποίον μόνον προσωρινώς διοικούν κατά παραχώρησιν γενομένην δυστυχώς προς αυτούς. Διά της προσπαθείας προς ομαδικήν εξόντωσιν των κατοίκων αυτών αποδεικνύουν όχι μόνον ότι δεν διαπνέονται από ανθρωπιστικά αισθήματα, αλλά και κάτι άλλο ακόμη: ότι ευρίσκονται εν μέσω ξένων προς αυτούς πληθυσμών, διότι ουδείς εξοντώνει τους ομοεθνείς του. Διατελούμεν….»


