ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ 6-11-2022

«ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗΣ»

«Καὶ εἶπενἸησοῦς∙ Τίςἁψάμενός μου;» Τὴν ἐρώτηση αὐτὴἔκανεΧριστὸς ἐνῶ «οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν». Οἱ γύρω Του κοιτάζουν παραξενεμένοι. Ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι μαθητὲς δὲνκρατήθηκαν: «Τί λές, Δάσκαλε, τοῦ εἶπαν∙ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ σὲἔχουν περικυκλωμένο, σὲ συνθλίβουν καὶ σὺ λές, ποιὸς μὲ ἄγγιξε;». Καὶ ὅμως κάποιος μὲ ἄγγιξε μ’ ἕναν τρόπο ἐντελῶς ξεχωριστὸ, ἐπιμένει ὁ Κύριος. «Ὅταν εἶδε ἡ γυναίκα ὅτι δὲν διέφυγε τὴν προσοχή τοῦ Χριστοῦ, ἦλθε μὲ τρόμο, ἔπεσε στὰ πόδια Του καὶ Τοῦ εἶπεμπροστὰ σ’ ὅλο τὸν κόσμο τὴν αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία Τὸν ἄγγιξε, καὶπῶς ἀμέσως θεραπεύθηκε».

Τὸ ἰδιαίτερο ποὺ ὑπάρχει στὴν προσέγγιση τῆς πονεμένης ἐκείνηςγυναίκας, τὸ ἀποκαλύπτουν ὁλοζώντανα οἱ λίγες λέξεις ποὺχρησιμοποιεῖεὐαγγελιστὴς γιὰ νὰ περιγράψει τὴ σκηνή. «Προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ». Ἡ λέξις «ὄπισθεν» δείχνει περισσότερη προσπάθεια. Κυρίως ὅμωςἀποκαλύπτει σεβασμό, δέος. Ἄρρωστη γυναίκα αὐτή, ἔσκυψε μέσα στὸ πλῆθος, τὴν ὥρα ποὺ ἐκεῖνο μετεκινεῖτο, γιὰ νὰ πιάσει τὸκράσπεδο τοῦ ἱματίου.

Κι αὐτό, διότι δὲν ἔνοιωθε τὸν ἑαυτό της ἄξιο νὰ κάνει κάτι ἄλλο, νὰ γονατίσει ἐμπρὸς στὸν Χριστό, νὰ Τοῦ μιλήσει, νὰ Τὸνπαρακαλέσει, νὰ πιάσει τὸ χέρι Του. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἄγγιξε τὸνἸησοῦαἱμορροοῦσα: μ’ ἕνα ἀπέραντο δέος. Γι’ αὐτό, παρ’ ὅλο ποὺαὐτὴἐπικοινωνία δὲν εἶχε στὴν ἀρχὴ κανένα διάλογο, ἦταν ἀληθινὰσυγκλονιστικὴ καὶ ἀποτελεσματική. Καὶ ἡ γυναίκα τὴν ἔνοιωσε μ’ ἕναμοναδικὸ τρόπο «καὶ ἀμέσως σταμάτησε ἡ αἱμοραγία της». Ἀλλὰ καὶὁ Κύριος αἰσθάνθηκε ἔντονα τὸ γεγονός. «Ἥψατό μου τις», εἶπε, «ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπἐμοῦ». Πιθανς σήμερα νάκοινωνήσουμε. χι πλς θά γγίξουμε, λλά θά πάρουμε μέσα μας τόν Κύριο. Μήπως μως στή συνέχεια θά ξαναγυρίσουμε στά παλιά μας πάθη, στίς πιπόλαιες συζητήσεις, στίς φωνές καί τούς θυμούς μας, φήνοντας τίς κακές μας συνήθειες νά μς διευθύνουν, σάν νάμή συνέβη τίποτε;

Σάν τά πλήθη κι μες κείνης τς μέρας τρέχουμε πίσω πό τόνησο. Κάποτε Τόν κουμπομε, πιθανς τό κῦμα το χλου νά μςρίχνει πάνω Του νά Τόν «συνθλίβουμε», μως συνήθως δένκατορθώνουμε νά χουμε μία προσωπική, ποτελεσματική παφή. Δέν Τόν πλησιάζουμε μέ τέτοιο τρόπο, στε νά μπορε νά πεῖ γιά μς«ψατό μου τίς;». τονία τς θρησκευτικότητας μς φείλεταιστήν βαθμιαία πογύμνωσί της πό τό δέος. Δέν διατηρομε ζωηρή τήν ασθηση το μεγαλείου του Θεο, τή συναίσθηση τςμηδαμινότητάς μας. Γι’ ατό τόσο συχνά παγώνει προσευχή 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *