ΑΠΟΨΗ : ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΛΟΥΣΗΣ

Από τον ιστορικό ακρωτηριασμό του Ελληνισμού στον κίνδυνο μιας νέας εθνικής υποχώρησης στο Αιγαίο

Από τον ιστορικό ακρωτηριασμό του Ελληνισμού στον κίνδυνο μιας νέας εθνικής υποχώρησης στο Αιγαίο

Αν ανατρέξει κανείς στην τελευταία εκατονταετία της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, αλλά και σε γεγονότα που προηγήθηκαν της περιόδου αυτής, θα διαπιστώσει ότι ο Ελληνισμός γνώρισε μεγάλες εδαφικές απώλειες, βίαιους ξεριζωμούς και διαδοχικές γεωπολιτικές ανατροπές. Πίσω από κάθε ιστορική ήττα υπήρξαν διαφορετικές αιτίες: οι διεθνείς ανταγωνισμοί, οι αποφάσεις των μεγάλων δυνάμεων, οι στρατηγικές επιλογές της εκάστοτε ελληνικής ηγεσίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εσωτερικές μας διαιρέσεις.

Το 1885, η Ανατολική Ρωμυλία προσαρτήθηκε από τη Βουλγαρία, παρά την παρουσία σημαντικών ελληνικών πληθυσμών στην ευρύτερη περιοχή. Το 1914, το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου, μετά την ανακήρυξη της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου και τις διεθνείς διαπραγματεύσεις, κατέληξε σε ένα καθεστώς που δεν ικανοποίησε τις προσδοκίες του ελληνικού πληθυσμού. Στους Βαλκανικούς Πολέμους, η περιοχή του Μοναστηρίου και άλλες κοιτίδες του ελληνισμού της Μακεδονίας βρέθηκαν εκτός των ελληνικών συνόρων, μέσα από τις στρατιωτικές εξελίξεις και τις μεταπολεμικές διευθετήσεις.

Ακολούθησε η Μικρασιατική Καταστροφή, με τον ξεριζωμό του ελληνισμού της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης. Ο εθνικός διχασμός, οι λανθασμένοι στρατηγικοί χειρισμοί, οι μεταβαλλόμενες συμμαχίες και οι διεθνείς ανταγωνισμοί συνέβαλαν σε μια τραγωδία που σημάδεψε ανεξίτηλα τον Ελληνισμό. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ εκατομμύρια αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες.

Το 1974, η τουρκική εισβολή στην Κύπρο και η συνεχιζόμενη κατοχή μεγάλου μέρους του νησιού πρόσθεσαν ένα ακόμη τραυματικό κεφάλαιο στη σύγχρονη ιστορία μας.

Αυτές οι ιστορικές αναφορές δεν σημαίνουν ότι όλες οι περιπτώσεις είναι ίδιες ούτε ότι κάθε εξέλιξη οφείλεται σε ένα ενιαίο σχέδιο εναντίον της Ελλάδας. Αναδεικνύουν, όμως, ένα διαχρονικό ερώτημα: πόσο έτοιμη υπήρξε κάθε φορά η ελληνική πολιτεία να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της χώρας μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου κυριαρχούν η ισχύς, οι συσχετισμοί και οι στρατηγικές επιδιώξεις;

Και σήμερα, το ερώτημα επιστρέφει με επίκεντρο το Αιγαίο.

Η Τουρκία εξακολουθεί να προβάλλει διεκδικήσεις και να αμφισβητεί ελληνικές θέσεις για το καθεστώς των νησιών, την αποστρατιωτικοποίηση, την υφαλοκρηπίδα και την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Η απειλή πολέμου σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο παραμένει ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα στις σχέσεις των δύο χωρών.

Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα επιλέγει να διατηρεί ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας και να συμμετέχει σε διαδικασίες διαλόγου. Ο διάλογος, ασφαλώς, δεν αποτελεί από μόνος του εθνική υποχώρηση. Μπορεί να συμβάλει στην ειρήνη και στη σταθερότητα. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι εάν συνοδεύεται από σαφή στρατηγική, αποτελεσματική αποτροπή και αδιαπραγμάτευτη προστασία των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.

Γιατί η ιστορία έχει δείξει ότι τα τετελεσμένα δεν δημιουργούνται πάντοτε μέσα από έναν πόλεμο. Μπορούν να διαμορφωθούν και σταδιακά, όταν μια διεκδίκηση επαναλαμβάνεται επί χρόνια, όταν μια απειλή μετατρέπεται σε μόνιμο περιορισμό των επιλογών μιας χώρας και όταν η προσωρινή αποκλιμάκωση αρχίζει να θεωρείται σημαντικότερη από την ουσιαστική επίλυση των προβλημάτων.

Μήπως, λοιπόν, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ελλάδα δεν είναι μόνο μια ενδεχόμενη στρατιωτική κρίση, αλλά και ένας συμβιβασμός που θα παρουσιαστεί ως επιτυχία της διπλωματίας, ενώ στην πράξη θα περιορίζει τη δυνατότητά της να ασκεί δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το διεθνές δίκαιο;

Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια ούτε της αδράνειας ούτε των εύκολων συνθημάτων. Χρειάζεται ισχυρή άμυνα, σταθερή διπλωματία, σοβαρή εθνική στρατηγική και πολιτική ηγεσία που να εξηγεί με διαφάνεια τις επιλογές της. Χρειάζεται, επίσης, μια κοινωνία που να γνωρίζει την ιστορία της, χωρίς να εγκλωβίζεται σε αυτήν, και να υπερασπίζεται τα δικαιώματά της χωρίς να καλλιεργεί αβάσιμους φόβους.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα είναι καταδικασμένη να χάσει και άλλα εδάφη. Δεν είναι. Το ερώτημα είναι αν έχει διδαχθεί αρκετά από τις ιστορικές της τραγωδίες, ώστε να μην επιτρέψει τη μετατροπή των σημερινών αμφισβητήσεων σε αυριανά τετελεσμένα.

Γιατί η εθνική κυριαρχία δεν διασφαλίζεται μόνο με τις συνθήκες που υπογράφονται, αλλά και με την πολιτική βούληση, την αποτρεπτική ισχύ και τη συνέπεια με την οποία υπερασπίζεται μια χώρα τα δικαιώματά της.

Το Αιγαίο δεν είναι απλώς μια θάλασσα που χωρίζει δύο κράτη. Είναι χώρος ελληνικής ιστορικής παρουσίας, ζωτικών οικονομικών συμφερόντων, ασφάλειας και διεθνούς δικαίου. Η προστασία του απαιτεί ψυχραιμία, αποφασιστικότητα και εθνική συνεννόηση.

Ας ελπίσουμε, λοιπόν, ότι οι επόμενες σελίδες της ελληνικής ιστορίας δεν θα γραφτούν με τη γλώσσα των χαμένων ευκαιριών και των εκ των υστέρων θρήνων, αλλά με τη γλώσσα της πρόνοιας, της ευθύνης και της υπεράσπισης των νόμιμων δικαιωμάτων της χώρας.

Γιατί η ιστορία δεν μας υποχρεώνει να επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος. Μας υποχρεώνει, όμως, να τα θυμΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΛΟΥΣΗΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΛΟΥΣΗΣ 01-11-2026

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *