Δένδιας για Τουρκία: Η Ελλάδα δεν μπορεί να εξαρτά την ασφάλειά της από αποφάσεις τρίτων

Οδικός χάρτης έως το 2030 και τη δεκαετία του 2030 – Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», η ενίσχυση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και το μήνυμα προς ΗΠΑ, Γαλλία και Τουρκία.
«Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να διαθέτουμε νεότερα οπλικά συστήματα, αλλά να δημιουργήσουμε ένα ολοκληρωμένο αμυντικό σύστημα, στο οποίο η τεχνολογία, το ανθρώπινο δυναμικό, η εγχώρια παραγωγή και η επιχειρησιακή σχεδίαση θα λειτουργούν συνδυαστικά», ανέφερε μεταξύ άλλων ο υπουργός Εθνικής ‘Αμυνας, Νίκος Δένδιας, σε συνέντευξή του στο ένθετο περιοδικό Geopolitics της εφημερίδας Real News και στον δημοσιογράφο Χρήστο Μαζανίτη.
Παράλληλα υπογράμμισε ότι «αυτό είναι λοιπόν το νέο πρόσωπο των Ενόπλων Δυνάμεων, που σχεδιάζουμε για τα τέλη της δεκαετίας του 2030».
Αναφερόμενος στη συμμετοχή της Ελλάδας σε διεθνείς επιχειρήσεις, σημείωσε ότι η επιχείρηση «ΑΣΠΙΔΕΣ» συμβάλλει στην προστασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα, ενώ η επιχείρηση «ΕΙΡΗΝΗ» υποστηρίζει την εφαρμογή του εμπάργκο όπλων στη Λιβύη.
Ακόμη, έκανε αναφορά στη διαχρονική συνεισφορά της χώρας στη σταθερότητα του Λιβάνου μέσω της UNIFIL, καθώς και στη συμμετοχή ελληνικών δυνάμεων σε ειρηνευτικές αποστολές στο Κόσοβο και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.
Επισήμανε, επίσης, ότι «η ελληνική πυροβολαρχία Patriot στη Σαουδική Αραβία συμβάλλει στην προστασία κρίσιμων ενεργειακών υποδομών και προσφέρει πολύτιμη επιχειρησιακή εμπειρία στις Ένοπλες Δυνάμεις».
Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Δένδιας ανέφερε ότι «η Πολεμική Αεροπορία έχει αναλάβει την επιτήρηση του εναέριου χώρου της Βόρειας Μακεδονίας και του Μαυροβουνίου», ενώ πρόσφατα η Ελλάδα συνέβαλε στην ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας με τη μεταστάθμευση δύο ζευγών F-16 και μίας φρεγάτας. Σύμφωνα με τον υπουργό, οι πρωτοβουλίες αυτές αναβαθμίζουν τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας και ενισχύουν τον ρόλο της ως παράγοντα σταθερότητας. Όπως υπογράμμισε χαρακτηριστικά, «η Ελλάδα αποδεικνύει έμπρακτα συνεπώς και όχι στα λόγια ότι είναι πάροχος ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή», ενώ ανέδειξε και τη στρατηγική σημασία της Αλεξανδρούπολης στη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας της Δύσης.
Αναφορικά με τις αμυντικές συμφωνίες της Ελλάδας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία και το ενδεχόμενο οι σχέσεις των δύο χωρών με την Τουρκία να επηρεάσουν την ισορροπία δυνάμεων, ο κ. Δένδιας υποστήριξε ότι «η στρατιωτική ισχύς δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον αριθμό των οπλικών συστημάτων». Όπως τόνισε, «οι σημερινές συγκρούσεις αναδεικνύουν τη σημασία της τεχνολογικής υπεροχής, της πληροφορίας, της δικτύωσης, της εκπαίδευσης και της επιχειρησιακής ετοιμότητας». Τόνισε, δε, ότι οι συμφωνίες με τις ΗΠΑ και τη Γαλλία βασίζονται σε ισχυρό θεσμικό υπόβαθρο, αμοιβαία συμφέροντα και κοινές αξίες, επισημαίνοντας ότι «η εμβάθυνσή τους αποτυπώνεται και στην απόκτηση προηγμένων οπλικών συστημάτων». Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στην επικείμενη ύψωση της ελληνικής σημαίας στη δεύτερη φρεγάτα FDI (Μπελαρά) «ΝΕΑΡΧΟΣ», καθώς και στην έναρξη παραλαβής των πρώτων μαχητικών αεροσκαφών F-35 σε δύο χρόνια.
Ο υπουργός Εθνικής ‘Αμυνας, ανέφερε ότι «ασφαλώς η Ελλάδα παρακολουθεί τις συνεργασίες των συμμάχων της με χώρες που διατηρούν αναθεωρητικές επιδιώξεις και απειλούν την ίδια». Επανέλαβε ότι η χώρα δεν θα ήταν ευτυχής εάν η Τουρκία αποκτούσε F-35, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η Αθήνα δεν μπορεί να υποδείξει στις ΗΠΑ σε ποιον θα πωλούν οπλικά συστήματα.
« Θέτουμε, όμως, ένα ουσιαστικό ερώτημα: Είναι προς το συμφέρον των ΗΠΑ και της Συμμαχίας να διαθέτουν προηγμένα οπλικά συστήματα σε μια χώρα χωρίς να διασφαλίζεται ότι αυτά δεν θα στραφούν εναντίον άλλου κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ;», ανέφερε ο κ. Δένδιας.
Αντίστοιχα, όπως τόνισε, ένας «οδικός χάρτης» αμυντικής βιομηχανικής συνεργασίας μεταξύ Γαλλίας και Τουρκίας, δεν μεταβάλλει από μόνος του το περιεχόμενο της δικής μας στρατηγικής σχέσης με τη Γαλλία. «Η ανανεωμένη ελληνογαλλική συμφωνία περιλαμβάνει ρητή δέσμευση αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης. Θα παρακολουθούμε, βεβαίως, όπως προανέφερα τις εξελίξεις και την πρακτική εφαρμογή τους», πρόσθεσε ο κ. Δένδιας.
Την ίδια στιγμή, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να εξαρτά την ασφάλειά της από αποφάσεις τρίτων και ότι, μέσω της «Ατζέντας 2030», της απόκτησης των F-35, της ενίσχυσης του Πολεμικού Ναυτικού με φρεγάτες FDI (Belharra), της ανάπτυξης της «Ασπίδας του Αχιλλέα» και της αξιοποίησης μη επανδρωμένων και αυτόνομων συστημάτων, «ενισχύει τις δικές της δυνατότητες».
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «οι συμμαχίες αποτελούν πολλαπλασιαστή ισχύος, όχι υποκατάστατο της εθνικής προσπάθειας».
Σχετικά με την ευρωπαϊκή άμυνα και την ανάγκη δημιουργίας μιας πανευρωπαϊκής αμυντικής ικανότητας που θα αντιμετωπίζει απειλές από όλες τις κατευθύνσεις, ο υπουργός επανέλαβε ότι η Ευρώπη πρέπει να αντιληφθεί πως οι απειλές δεν προέρχονται μόνο από τον Βορρά, αλλά και από τον Νότο. Εξήγησε ότι οι εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ, στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή «επηρεάζουν άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια, τις θαλάσσιες οδούς, την ενεργειακή επάρκεια και το εισόδημα των Ευρωπαίων πολιτών».
Παράλληλα, σημείωσε ότι οι σύγχρονες απειλές εκδηλώνονται στη στεριά, στη θάλασσα, στον αέρα, στον κυβερνοχώρο και στο διάστημα.
Ο κ. Δένδιας υποστήριξε ότι η ευρωπαϊκή άμυνα πρέπει να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο και ότι μια απειλή κατά κράτους-μέλους οφείλει να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα που αφορά ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Υπό αυτό το πρίσμα, τόνισε ότι τα σύνορα στον Έβρο και στο Αιγαίο είναι ευρωπαϊκά σύνορα και ανέδειξε τη σημασία της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής του άρθρου 42 παράγραφος 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως σημείωσε, «η περίπτωση της Κύπρου ανέδειξε την ανάγκη να διαμορφωθούν συγκεκριμένες διαδικασίες ενεργοποίησης, μηχανισμοί άμεσης αντίδρασης και επαρκής χρηματοδότηση». Παράλληλα, έδωσε έμφαση στην ανάπτυξη ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνατοτήτων στην αεράμυνα, στην αντιπυραυλική προστασία, στα drones και στα συστήματα αντιμετώπισής τους, επισημαίνοντας ότι «η ελληνική εμπειρία από την ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα» μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στον σχεδιασμό αυτό».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, με κοινές προμήθειες, συμπαραγωγές και συνεργασία στην έρευνα.
Όπως εξήγησε, «η στρατηγική αυτονομία δεν περιορίζεται στην αγορά εξοπλισμών, αλλά προϋποθέτει την ικανότητα σχεδιασμού, παραγωγής και υποστήριξής τους». Παράλληλα, έθεσε ως ζήτημα αρχής την ανάγκη να μην χρηματοδοτούνται χωρίς όρους αμυντικές βιομηχανίες χωρών που διατηρούν ενεργές απειλές ή διεκδικήσεις εις βάρος κρατών-μελών της ΕΕ.
Υπογράμμισε, παράλληλα, ότι «η ανάπτυξη ευρωπαϊκών αμυντικών εργαλείων πρέπει να διέπεται από σαφείς κανόνες, οι οποίοι να προστατεύουν τα συμφέροντα όλων των κρατών-μελών και να ενισχύουν τη συνολική ασφάλεια της Ένωσης, Και όχι να ανοίγει «Κερκόπορτες», όπως έχω επισημάνει στο παρελθόν».
Για τη στρατιωτική κινητικότητα και τα προβλήματα που εξακολουθούν να υπάρχουν στις ευρωπαϊκές υποδομές, ο υπουργός Εθνικής ‘Αμυνας, τόνισε ότι αποτελεί βασική προϋπόθεση της ευρωπαϊκής αποτρεπτικής ικανότητας. Όπως εξήγησε, «μια στρατιωτική δύναμη έχει ουσιαστική αξία όταν μπορεί να μετακινηθεί εγκαίρως εκεί όπου απαιτείται, μαζί με τον εξοπλισμό και τα μέσα υποστήριξής της». Επισήμανε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν εμπόδια, όπως γέφυρες που δεν αντέχουν το βάρος σύγχρονων αρμάτων, σήραγγες με ανεπαρκείς διαστάσεις, λιμάνια και αεροδρόμια που χρειάζονται αναβάθμιση, καθώς και σιδηροδρομικά δίκτυα με διαφορετικές τεχνικές προδιαγραφές. Για την αντιμετώπισή τους, όπως ανέφερε, «απαιτούνται συντονισμένος ευρωπαϊκός σχεδιασμός και στοχευμένες επενδύσεις».
Την ίδια στιγμή ο κ. Δένδιας εκτίμησε ότι η Ελλάδα μπορεί να διαδραματίσει κομβικό ρόλο στην ανάπτυξη υποδομών διττής χρήσης, οι οποίες εξυπηρετούν τόσο πολιτικές όσο και στρατιωτικές ανάγκες, με παράλληλη προστασία των κρίσιμων εγκαταστάσεων. Ως συγκεκριμένο παράδειγμα ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας ανέφερε τον στρατηγικό διάδρομο που θα συνδέει την Ελλάδα με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και τη Μολδαβία. Υπογράμμισε ότι η διασύνδεση των υποδομών πρέπει να συνοδεύεται από μέτρα προστασίας, ώστε να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη μεταφορά δυνάμεων ακόμη και σε περιόδους κρίσης. Κατά συνέπεια, σημείωσε ότι «η ευρωπαϊκή άμυνα 360 μοιρών δεν προϋποθέτει μόνο σύγχρονα οπλικά συστήματα, αλλά και τη δυνατότητα ταχείας και ασφαλούς μετακίνησής τους».
Αναφερόμενος στην «Ατζέντα 2030» και στη μετάβαση από την αγορά έτοιμων οπλικών συστημάτων στην εγχώρια παραγωγή, ο υπουργός υποστήριξε ότι η διαδικασία έχει, ήδη, ξεκινήσει. Όπως εξήγησε, «στόχος είναι να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο που συνδέεται με την εθνική άμυνα, ώστε η ενίσχυση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων να συνδυάζεται με την τεχνολογική ανάπτυξη, τη δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και την ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας». Περιγράφοντας τη νέα κατεύθυνση, ανέφερε ότι η χώρα περνά από τη λογική «αγοράζω από το ράφι» στη λογική «σχεδιάζω, παράγω, συμπαράγω και εξάγω».
Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα παρουσίασε το μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας «ΠΥΡΠΟΛΗΤΗΣ», το οποίο σχεδιάστηκε και κατασκευάζεται από το Πολεμικό Ναυτικό με τη στήριξη του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ), καθώς και το ελληνικό σύστημα αντιμετώπισης drones «Κένταυρος», που αναπτύχθηκε από την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ) και έχει ήδη αποκτήσει επιχειρησιακή εμπειρία στην Ερυθρά Θάλασσα. Σύμφωνα με τον ίδιο, «το σύστημα έχει προσελκύσει ενδιαφέρον από τις Ένοπλες Δυνάμεις άλλων κρατών για την απόκτησή του».
Παράλληλα, αναφέρθηκε στη δημιουργία παραγωγικών υποδομών για μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Όπως ανέφερε, «το 306 Εργοστάσιο Βάσης Τηλεπικοινωνιών και το 316 Συνεργείο Περιοχής Τεχνικού στους Τοξότες Ξάνθης έχουν ήδη τη δυνατότητα παραγωγής περίπου 5.000 drones ετησίως. Με την ολοκλήρωση του 309 Εργοστασίου στη Μαλακάσα, στόχος είναι η δυναμικότητα να φτάσει τα 15.000 drones ετησίως έως το τέλος του 2026, με την προσθήκη έξι κινητών μονάδων παραγωγής».
Ο κ. Δένδιας ανέδειξε επίσης τον ρόλο του ΕΛΚΑΚ, το οποίο συνδέει τις επιχειρησιακές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων με πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, νεοφυείς επιχειρήσεις και την εγχώρια βιομηχανία, με στόχο την ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων με εξαγωγικές δυνατότητες.
Επισήμανε ότι επιδίωξη είναι η ελληνική συμμετοχή να ανέρχεται τουλάχιστον στο 25% των εξοπλιστικών προγραμμάτων, μέσω μεταφοράς τεχνογνωσίας, συμπαραγωγής και ένταξης ελληνικών επιχειρήσεων στις διεθνείς αλυσίδες αξίας. Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι «τμήματα των φρεγατών Belharra κατασκευάζονται σε ελληνικά ναυπηγεία», ενώ για την τέταρτη φρεγάτα, τον «ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ», προβλέπεται ελληνική συμμετοχή της τάξης του 25%.
Διευκρίνισε, τέλος, ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να αποκτά προηγμένα συστήματα από τους συμμάχους της, επιδιώκοντας όμως σε κάθε μεγάλο πρόγραμμα τη μέγιστη δυνατή εγχώρια προστιθέμενη αξία και τη μεταφορά τεχνογνωσίας. Όπως υπογράμμισε, «η πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες και πηγαίους κώδικες θα επιτρέπει στη χώρα να προσαρμόζει και να αναβαθμίζει τα συστήματα σύμφωνα με τις εθνικές της ανάγκες».
Σε ό,τι αφορά το νέο πρόσωπο των Ενόπλων Δυνάμεων έως τα τέλη της δεκαετίας του 2030, ο υπουργός επισήμανε ότι το 2030 αποτελεί κρίσιμο ορόσημο και όχι το τέλος της προσπάθειας. «Η «Ατζέντα 2030» και ο μακροπρόθεσμος προγραμματισμός θέτουν τις βάσεις για Ένοπλες Δυνάμεις τεχνολογικά προηγμένες, ευέλικτες και προσαρμοσμένες στις απειλές των επόμενων δεκαετιών», ανέφερε χαρακτηριστικά και εξήγησε ότι, «η βαθύτερη αλλαγή αφορά τον τρόπο λειτουργίας τους, καθώς αισθητήρες, μαχητικά αεροσκάφη, πλοία, μονάδες ξηράς, drones και δορυφορικές δυνατότητες θα συνδέονται σε ένα κοινό δικτυοκεντρικό περιβάλλον, επιτρέποντας την ταχύτερη μετάδοση πληροφοριών, πληρέστερη εικόνα του πεδίου και ακριβέστερη λήψη αποφάσεων».
Ο κ. Δένδιας χαρακτήρισε την «Ασπίδα του Αχιλλέα» πυρήνα της νέας αμυντικής αρχιτεκτονικής, καθώς θα εντάσσει σταδιακά την προστασία από αεροπορικές, βαλλιστικές και μη επανδρωμένες απειλές σε ένα ενιαίο σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Ιδιαίτερη έμφαση, όπως είπε, δίνεται στα αυτόνομα συστήματα, «με στόχο έως το 2030 η Ελλάδα να αποτελεί την ισχυρότερη δύναμη στην Ευρωπαϊκή Ένωση στην επιχειρησιακή αξιοποίηση αυτόνομων οχημάτων στη στεριά, στη θάλασσα και στον αέρα».
Παράλληλα, προβλέπεται ενίσχυση των δυνατοτήτων στον κυβερνοχώρο και στο διάστημα, μέσω της δημιουργίας του Σώματος Πληροφορικής, της ενοποίησης κρίσιμων λειτουργιών κυβερνοασφάλειας και της ανάπτυξης δορυφορικών δυνατοτήτων.
Κλείνοντας, αναφέρθηκε στην τρίτη φάση της νέας δομής των Ενόπλων Δυνάμεων, όπου έκανε λόγο για λιγότερες απαρχαιωμένες δομές, ορθολογικότερη κατανομή προσωπικού και εξοικονόμηση πόρων προς όφελός του, ισχυρότερες μονάδες και ενσωμάτωση δυνατοτήτων Διαστήματος, Κυβερνοχώρου και Ηλεκτρομαγνητικού Φάσματος στην επιχειρησιακή σχεδίαση.
Στις αλλαγές περιλαμβάνονται επίσης, όπως σημείωσε, η ένταξη μη επανδρωμένων και αυτόνομων συστημάτων ως πολλαπλασιαστών ισχύος και για τους τρεις Κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων, η μεγαλύτερη διακλαδικότητα και μια σύγχρονη αντίληψη για την εφεδρεία.


