Η Ευρώπη βλέπει τα σημάδια — αλλά καταλαβαίνει πού οδηγούν;
Θα ήταν εξίσου αφελές να θεωρήσουμε ότι τέτοιες συνεργασίες δεν μεταβάλλουν τις ισορροπίες.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει αποδείξει εδώ και χρόνια ότι προσπαθεί να κινείται ταυτόχρονα σε διαφορετικά στρατόπεδα. Η Τουρκία παραμένει στο ΝΑΤΟ, συνομιλεί με τη Δύση, διατηρεί δικούς της διαύλους με τη Ρωσία, επεκτείνει την παρουσία της στη Μέση Ανατολή, στην Αφρική και στον Καύκασο και επιχειρεί να παρουσιαστεί ως ηγετική δύναμη ενός ευρύτερου μουσουλμανικού κόσμου.
Γι’ αυτό το πραγματικά σοβαρό ερώτημα δεν είναι μόνο τι θέλει ο σημερινός Ερντογάν.
Είναι τι δυνατότητες θα έχει παραδώσει στον επόμενο.
Τι θα συμβεί εάν, σε είκοσι χρόνια, εμφανιστεί στην Τουρκία ένας ηγέτης ακόμη πιο φιλόδοξος, έχοντας στη διάθεσή του ισχυρότερη οικονομία, μεγαλύτερη αμυντική βιομηχανία, βαθύτερες συμμαχίες και πολύ μεγαλύτερη περιφερειακή επιρροή;
Η Ιστορία μάς διδάσκει ότι οι αυτοκρατορίες δεν επιστρέφουν απαραίτητα με τα ίδια σύνορα και τις ίδιες σημαίες. Η επιρροή μπορεί να ασκείται οικονομικά, στρατιωτικά, πολιτικά, ενεργειακά, δημογραφικά και διπλωματικά.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η δική μου απορία για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Ποιο είναι το σχέδιό τους;
Ποια είναι η πολιτική τους για τα σύνορα; Ποια είναι η πολιτική τους για το δημογραφικό; Ποια είναι η στρατηγική τους απέναντι σε μια ολοένα και περισσότερο αυτόνομη Τουρκία; Πώς σκοπεύουν να προστατεύσουν την κοινωνική συνοχή των χωρών τους χωρίς να διολισθήσουν ούτε στον φανατισμό ούτε στην αφέλεια;
Για την Ελλάδα αυτά τα ερωτήματα είναι ακόμη σοβαρότερα.
Η Ελλάδα βρίσκεται στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και απέναντι από μια Τουρκία με πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό και διαχρονικές διεκδικήσεις. Οι μεταναστευτικές ροές έχουν αποδείξει επίσης ότι μπορούν να μετατραπούν σε εργαλείο πολιτικής πίεσης.
Το ίδιο ισχύει, όμως, και για την Ευρώπη συνολικά.
Μια ήπειρος που φοβάται ακόμη και να συζητήσει για το δημογραφικό της, για την ταυτότητά της, για τα σύνορά της και για τις γεωπολιτικές απειλές γύρω της δεν γίνεται περισσότερο δημοκρατική.
Γίνεται περισσότερο ευάλωτη.
Δεν γνωρίζω αν κάποτε θα υπάρξει ένας «Ερντογάν Νο 2» που θα προσπαθήσει να δημιουργήσει κάτι που θα θυμίζει, σε νέα μορφή, την παλιά οθωμανική σφαίρα επιρροής. Κανείς δεν μπορεί να το γνωρίζει.
Γνωρίζω, όμως, κάτι πολύ απλούστερο:
Στη γεωπολιτική, όποιος σχεδιάζει για τριάντα χρόνια έχει πλεονέκτημα απέναντι σε εκείνον που σχεδιάζει μέχρι τις επόμενες εκλογές.
Και αυτό που πρέπει να μας ανησυχεί περισσότερο δεν είναι ότι οι άλλοι σχεδιάζουν το μέλλον τους.
Είναι μήπως η Ευρώπη έχει σταματήσει να σχεδιάζει το δικό της.
Εκείνο, λοιπόν, που δικαιούμαστε —και κατά τη γνώμη μου οφείλουμε— να κάνουμε είναι να εξετάζουμε τις εξελίξεις και να θέτουμε δύσκολα ερωτήματα.
Πώς μεταβάλλονται οι πληθυσμιακές ισορροπίες;
Ποια ξένα κράτη επιχειρούν να αποκτήσουν επιρροή σε κοινότητες που ζουν μέσα στην Ευρώπη;
Ποιος χρηματοδοτεί θρησκευτικούς ή άλλους οργανισμούς;
Πώς χρησιμοποιείται η οικονομική και πολιτική επιρροή;
Και ποιες δυνατότητες θα μπορούσαν όλα αυτά να δημιουργήσουν έπειτα από αρκετές δεκαετίες;
Το σωστό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο:
«Μπορούμε σήμερα να αποδείξουμε ότι υπάρχει σχέδιο κατάληψης της Ευρώπης;»
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε εγκαίρως μια μεγάλη γεωπολιτική μεταβολή, πριν αυτή δημιουργήσει καταστάσεις που θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιστραφούν.
Γιατί στην Ιστορία, πολλές φορές, το πρόβλημα δεν ήταν ότι δεν υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια.
Ήταν ότι έγιναν κατανοητά όταν πλέον ήταν πολύ αργά.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΛΟΥΣΗΣ 27 – 08 – 2026


