ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ, ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, η Αλήθεια να λέγεται, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΚΕΙΜΕΝΑ - ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΚΟΜΟΤΗΝΗ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΤΟΠΙΚΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ 35 ΕΤΩΝ (1991-2026)ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ Α΄

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

«Ο ΤΕΤΜΗΚΩΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ»

ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ 35 ΕΤΩΝ (1991-2026)
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ Α΄

  • Η «ΕΠΟΧΗ» ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΩΣ «ΕΓΚΑΡΣΙΑ ΤΟΜΗ» ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ, ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ.

Η συμπλήρωση 35 ετών ευκλεούς και τετιμημένης πατριαρχίας δίνει στον γράφοντα την ευκαιρία εν πλήρει συνειδήσει να γράψει άνευ υπερβολής ότι έτι ζώντος του Οικουμενικού Πατριάρχου η αδέκαστη και απροσωπόληπτη εκκλησιαστική ιστορία στο μέλλον θα κάνει λόγο για την «προ και μετά Βαρθολομαίον εποχή», διότι ο Πρωτόθρονος των Ορθοδόξων με την θεοκίνητη πατριαρχία του «έτεμε εγκάρσια την ιστορία του Οικουμενικού Θρόνου και της Ορθοδοξίας».

Δεν αποτελεί λοιπόν παράτολμο τόλμημα η επιλογή του συγκεκριμένου τίτλου ένα αναλογισθεί κάποιος ότι από την εποχή των Γρηγορίων, των Χρυσοστόμων, των Φωτίων, των Γενναδίων και μέχρι Ιερεμίου του Τρανού, Γρηγορίου Ε΄ του Εθνοϊερομάρτυρος, Ιωακείμ Γ΄ του μεγαλοπρεπούς και μεγαλόπνοου οραματιστού και Αθηναγόρου του νέου Προφηταποστόλου, τώρα πλέον κάνουμε λόγο για την «εποχή Βαρθολομαίου», διότι ο μεγάλος αυτός εκκλησιαστικός ανήρ δεν υπόκειται μοιρολατρικά στην ιστορία και στο αναπόφευκτο χοϊκό πεπρωμένο συρόμενος από την δίνη του ιστορικού γίγνεσθαι αλλά αποθέσας εκ κοιλίας μητρός την όλη ύπαρξη του στην πρόνοια του Θεού, γράφει ο ίδιος ιστορία, την ιστορία του Οικουμενικού Θρόνου, τον οποίο ως ο μακροβιότερος κυρηναίος αυτού, αυτοθυσιαστικώς και κενωτικώς μέχρις άκρας αυταπαρνήσεως, διακονεί πάση δυνάμει και ιερώ ζήλω, για την δόξα της Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας.

Όταν ο εκ της πολυμαρτυρικώς καθηγιασμένης νήσου Ίμβρου ορμώμενος και από της Μητροπόλεως Χαλκηδόνος Βαρθολομαίος Αρχοντώνης εξελέγη εν Αγίω Πνεύματι και ομοφώνως στον Πρώτο Θρόνο της Ορθοδόξου κατ’ Ανατολάς Εκκλησίας του Χριστού, η εκλογή του συνέπεσε με συγκλονιστικά ιστορικά και γεωπολιτικά γεγονότα, όπως υπήρξε η κατάρρευση του αθεϊστικού σοβιετικού καθεστώτος και η απαρχή μιας νέας εποχής με κοσμογονικές πολιτικές, εκκλησιαστικές, οικονομικές, επιστημονικές και τεχνολογικές συνέπειες και αλλαγές στην οποία το Οικουμενικό Πατριαρχείο περισσότερο παρά ποτέ έπρεπε να έχει στιβαρό, με γνώσεις και θάρρος, αυτοπεποίθηση και ακατάβλητο φρόνημα Οιακοστρόφο για να το οδηγήσει έξω από τα στενά και ασφυκτικά όρια της τουρκικής πραγματικότητας και στην νέα χιλιετία, υπερασπιζόμενος μέχρι τέλους τα απαράγραπτα δίκαιά του. Αυτόν τον νέο ικανό Οιακοστρόφο εύρε η Πρωτόθρονος και μαρτυρικώς εσταυρωμένη Μήτηρ Αγία Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία στο πρόσωπο του χαρισματικού και αγέρωχου Ηγουμένου του Γένους Βαρθολομαίου του Α΄.

Η ανάρρηση του πεπαιδευμένου και ώριμου περί τα εκκλησιαστικά νέου Οικουμενικού Πατριάρχου δεν ήταν μια απλή υπόθεση, διότι έπρεπε να ματώσει και να πονέσει, να σηκώσει το ανάστημά του και να υπερβεί τον εαυτό του, να αψηφήσει κινδύνους και απειλές ακόμη και για την ίδια την ζωή του, όπερ και έγινε και γίνεται επί 35 συναπτά έτη, υπέρ της αεί εσταυρωμένης και αναστημένης και ανθισταμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, υπέρ της πολλαπλώς δοκιμαζομένης και μειούμενης Ρωμαίικης Ομογένειας στην Πόλη και στα νησιά της Ίμβρου και της Τενέδου, υπέρ των ανά την οικουμένη εκκλησιαστικών επαρχιών του Θρόνου μετά του ποιμνίου αυτών, υπέρ των προαιωνίων απαραγράπτων δικαίων και προνομίων του Οικουμενικού Θρόνου των υπονευομένων δυστυχώς υπό των αφιλαδέλφων λεγομένων «οικείων εν τη πίστει» ως οι εκκλησιαστικοί ηγετίσκοι της Ρωσίας, υπέρ εν τέλει της ιδίας της επιβιώσεως του Οικουμενικού Θρόνου σε ένα παγκόσμιο στίβο και κονίστρα ανταγωνισμών, συγκρούσεων και με γεωμετρική πρόοδο ραγδαίων μεταβολών.

Σταχυολογώντας τα της πολυκυμάντου πατριαρχίας του Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου, επειδή από ετών συγγράψαμε δεκάδες αφιερωματικά κείμενα, τώρα δεν εμμένουμε στα τετριμμένα και ειθισμένα, αλλά στα ανατρεπτικά και αναπάντεχα, στα ρηξικέλευθα και ριψοκίνδυνα για πολλούς, τα οποία προκάλεσε με τις αποφάσεις και πρωτοβουλίες του, πάντοτε αποβλέποντας ευεργετικά προς όφελος της υφήλιον Ορθοδοξίας και της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας. Ο Πατριάρχης υπήρξαν στιγμές που έριξε την ύπαρξη του άλλοτε σε υψικάμινο και άλλοτε στην άβυσσο της τρικυμιώδους θαλάσσης, θέτοντας ευθέως σε κίνδυνο ακόμη και την ίδια την ζωή του και αποδεικνύοντας στην πράξη ότι τους «μεγάλους σταυρούς δεν τους σηκώνουν οι μεγάλες πλάτες αλλά οι μεγάλες καρδιές».

Μέχρι και σήμερα είναι ζωντανή στην μνήμη μας ολίγα έτη μετά την ανάρρηση του στον Οικουμενικό Θρόνο, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η ισχυρή βομβιστική επίθεση την οποία εδέχθη από το παρακράτος με υλικές ζημίες και τραυματισμό κληρικού της Πατριαρχικής αυλής, αλλά και όταν σε άλλες περιπτώσεις υπήρξε αυτήκοος μάρτυς απειλών, τρομοκρατικής ρητορείας και τόσων άλλων εναντίον του φανερών και αφανών ενεργειών για τις ρηξικέλευθες πρωτοβουλίες του, οι οποίες διαχρονικά ενόχλησαν ολίγους ή πολλούς. Ακόμη ηχεί η τρεμάμενη φωνή του στα αυτιά μας όταν προ ετών σε τηλεοπτική συνέντευξη σε αμερικανικό κανάλι απερίφραστα εδήλωσε ότι «καθημερινώς σταυρώνεται», φράση που μεταδόθηκε ανά την υφήλιο και προκάλεσε αλυσιδωτές αντιδράσεις και αίσθηση στα όπου γης κέντρα εξουσίας. Πόσα επίσης σχέδια δολοφονίας του διαβάσαμε κατά καιρούς σε δημοσιογραφικά αποκαλυπτικά κείμενα ότι εξυφάνθηκαν και τελικώς διελύθησαν. Δεν εκάμθη.

Εξάλλου, το αδούλωτο φρόνημα του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου συμπυκνώνεται και αποκαλύπτεται συνάμα με τον πλέον απροκάλυπτο και σαφή τρόπο στο παρακάτω απόσπασμα των λεγομένων του: «…Δεν απεκόψαμεν, δεν εκάμθημεν, δεν απηλπίσθημεν, δεν εσκέφθημεν ουδέ πόρρωθεν να εγκαταλείψωμεν τας Θερμοπύλας μας… Δεν προτιθέμεθα να αφήσωμεν ουδέ κατ’ ελάχιστον τας ιδιοτροπίας της ιστορίας να μας αφανίσουν εις το τέλος… Αυτή είναι η επίγειος πατρίς μας. Εδώ έχομεν τας ρίζας μας, εδώ είναι η ιστορία μας, εδώ είναι οι τάφοι και τα ιερά οστά των πατέρων μας, εδώ είναι η καρδία μας και εδώ θα μείνωμεν… Είμεθα ολίγοι, αλλά ταυτοχρόνως και πολλοί. Ο μαρτυρικός Οικουμενικός Θρόνος έχει πολλά τέκνα ανά πάσαν την υφήλιον. Είμεθα αδύναμοι, αλλά ταυτοχρόνως και ισχυροί εν τω δικαίω μας και εν τη ισχύϊ την οποίαν μας διαψιλεύει εξ ουρανού ο Θεός της δικαιοσύνης. Είμεθα πτωχοί αλλά και πλούσιοι εις αξιοπρέπειαν, εις πίστιν, εις ευσέβειαν, εις ελπίδα, εις αγάπην, εις υπομονήν, εις εγκαρτέρησιν και θείαν συναντίληψιν. Είμεθα πλήρως παραδεδομένοι εις την αγάπην και την πρόνοιαν του Θεού…» (15/12/2010). Στο πλαίσιο αυτό ως Πατριάρχης επεσκέφθη αρκετές φορές εθιμοτυπικώς τον Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας και κατ’ επανάληψη τις κυβερνητικές αρχές και τους αρμόδιους υπηρεσιακούς κρατικούς φορείς, και έθεσε υπ’ όψιν αυτών τα απασχολούντα το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Ρωμαίικη Ομογένεια φλέγοντα και χρονίζοντα ανεπίλυτα ζητήματα, με πρώτα και κυριότερα: α) την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, β) την επιστροφή της παρανόμως δημευθείσας ακινήτου περιουσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, των ευαγών φιλανθρωπικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της ρωμαίικης ομογένειας, γ) την αναγνώριση νομικής προσωπικότητος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και δ) τον σεβασμό των θρησκευτικών ελευθεριών και εν γένει των ατομικών δικαιωμάτων των ορθοδόξων χριστιανών Ρωμιών που διαβιούν στην Τουρκία.

Ποιός περίμενε πριν από την πατριαρχία Βαρθολομαίου – ήταν βέβαια και άλλα πέτρινα χρόνια – ότι Οικουμενικός Πατριάρχης εντός και εκτός Τουρκίας θα ομιλούσε ευθέως για τις αδικίες και διακρίσεις και διώξεις και καταπατήσεις των δικαίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της μαρτυρικής ομογένειας στην Πόλη, την Ίμβρο και την Τένεδο από το τουρκικό κράτος. Ήταν αδιανόητο και μόνο ως σκέψη να διαλογισθεί κάποιος ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα προσέφευγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων για να διεκδικήσει τα δίκαια του μέσα στο καταπιεστικό τουρκικό κράτος του οποίου η δικαιοσύνη από το 1923 ούτε μία φορά δεν δικαίωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρά το γεγονός ότι εκείνο νομίμως προσέφευγε σε αυτή εξαντλώντας όλες της βαθμίδες δικαιοδοσίας της θέμιδος, αλλά πως να δικαιωθεί το Φανάρι όταν η δικαιοσύνη στην τουρκική δημοκρατία είναι παντελώς ελεγχόμενη από το βαθύ κράτος και θεραπαινίδα υποτακτική αυτού, με αποτέλεσμα επί δεκαετίες για όλες τις νομικές υποθέσεις του το Πατριαρχείο να εμπαίζεται. Έτσι τελικώς και παρά το ριψοκίνδυνο του εγχειρήματος, επί του νυν Πατριάρχου Βαρθολομαίου, το Φανάρι προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων για το παρανόμως καταληφθέν Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου, το οποίο με νομίμους τίτλους ήταν περιουσιακό του στοιχείο, καθώς και για άλλα ακίνητά του, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δικαιώθηκε πανηγυρικώς. Δεν εκάμθη.

Επί 35 συναπτά έτη ο Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος με πλήρη πίστη και εμπιστοσύνη στην θεία πρόνοια υπερέβη τις στοχοποιήσεις, τις απειλές των πολιτικά και θρησκευτικά ακραίων εντός και εκτός Τουρκίας- δυστυχέστατα και εντός Ελλάδος- κύκλων, και επέτυχε χωρίς σύνδρομα (complex) φόβου ή ανασφάλειας, αλλά πατώντας γερά στα πόδια του, με λόγο αληθείας και αξιοπρέπειας, να έρχεται επίμονα και υπομονετικά, ενοχλητικά και προκλητικά κατά την κρίση ορισμένων, σε επαφή με το τουρκικό κράτος και τους αρμοδίους του διεκδικώντας με παρρησία τα αυτονόητα δίκαια και δικαιώματα υπέρ του Φαναρίου και της Ελληνικής Ορθοδόξου Ομογένειας δυνάμει της Συνθήκης της Λωζάνης στο όνομα της ισονομίας και ισοπολιτείας που το κράτος συνεχίζει να καταπατά βάναυσα σε βάρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της μαρτυρικής εκεί Ρωμιοσύνης.

Ενθυμούμεθα διαχρονικά την στενόμυαλη νοοτροπία ορισμένων Ελλαδιτών (δήθεν γνησίων υπερπατριωτών του καναπέ) οι οποίοι ενοχλούνταν για το γεγονός ότι ο Πατριάρχης κατά καιρούς ευχαριστούσε την τουρκική ηγεσία όταν αυτή ικανοποιούσε κάποιο από τα αιτήματα του Πατριαρχείου. Αφού όμως το ελληνικό κράτος κάθευδε τον ύπνον του δικαίου, κάποιος έπρεπε να αγωνιστεί με κίνδυνο και της ζωής του για τα απαράγραπτα και αδιαπραγμάτευτα ανθρώπινα θρησκευτικά, εκπαιδευτικά, ιδιοκτησιακά δικαιώματα των αδελφών μας Ρωμιών και του Οικουμενικού Θρόνου, τον οποίο το τουρκικό κράτος παρόλο που εμμονικά και κομπλεξικά μειώνει και υποβιβάζει σε επίπεδο Νομαρχίας Κωνσταντινουπόλεως, εντούτοις με την πατριαρχία Βαρθολομαίου η Οικουμενικότητα του Πατριαρχείου εμπράκτως κατέστη ανά την υφήλιο υπαρκτό γεγονός και ζώσα πραγματικότητα και τούτο διότι ουδέ προς στιγμήν ο Ίμβριος Πατριάρχης του Γένους εκάμθη και έπαυσε να προβάλλει την Οικουμενικότητα του Θρόνου, ώστε σήμερα παγκοσμίως οι πάντες να γνωρίζουν και να μιλούν, μέχρι και οι λίθοι, για το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος κυριολεκτικώς τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα στην Τουρκία, ώστε ακόμη και η τουρκική κοινωνία που άλλοτε αγνοούσε, αδιαφορούσε ή και ήταν καχύποπτη αν μη και ενίοτε εχθρική λόγω προπαγάνδας ή άγνοιας έναντι του Φαναρίου, εντούτοις σήμερα μετά από 35 έτη πολλοί Τούρκοι πολιτικοί, θρησκευτικές προσωπικότητες, επιστήμονες, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, άνθρωποι του πνεύματος καθώς και ο απλός ανοιχτόμυαλος τουρκικός λαός γνωρίζουν την παγκοσμίως αναγνωρισμένη και επαινούμενη πολυπλεύρως πανανθρώπινη αποστολή και προσφορά του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ποιός από τους εχέφρονες πολίτες στην Τουρκία μπορεί να λησμονήσει την ενισχυτική οικονομικά και ηθικά στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στους εν Τουρκία δεινώς πληγέντες από τον μεγάλο σεισμό τόσο του 1999 όσο και του 2023;

Αυτά τα 35 έτη ο Πρώτος της Ορθοδοξίας και του Γένους βαδίζει «επί ξηρού ακμής» χωρίς φόβο αλλά με πάθος για το Φανάρι και την Ρωμιοσύνη, είναι ο κατεξοχήν «Αληθής Μέγας Ρωμιός», αλλά όταν αυτός αγωνίζεται αγόγγυστα και καρτερικά, προσευχητικά και αυτοθυσιαστικά, για τα δίκαια του Θρόνου όπου γης, συμβαίνει κάτι οξύμωρο και παράξοδο που όμως δικαιώνει σε όλα τα επίπεδα τον άδολο αγώνα του, αφού άλλοτε για ορισμένους στην Τουρκία είναι εχθρός και ξένο σώμα και άλλοτε για άλλους αναλόγου ποιότητας στην Ελλάδα θεωρείται ρίψασπις. Τελικά ο εξ Ίμβρου Βαρθολομαίος ο Πάνυ και Τρανός ευρισκόμενος ανάμεσα σε συμπληγάδες πέτρες παράνοιας και μνησικακίας δεν είναι ούτε από εδώ ούτε από εκεί, όπως στενόμυαλα και νοσηρά σκέφτονται πολλοί, διότι είναι και παραμένει διαχρονικά ο όντως ασάλευτα Οικουμενικός, ο όντως Ρωμιός, ο όντως Πρωθιεράρχης της όλης Ορθοδοξίας. Ανήκει δηλαδή πέρα και πάνω από νοσηρούς εθνοφυλετισμούς στην υφήλιον Ορθοδοξία και σε όλη την ανθρωπότητα, χωρίς ποτέ να λησμονεί από που ξεκίνησε και ποιες είναι οι πατρογονικές του ρίζες.

Ποίος άραγε θα περίμενε ή θα πίστευε ότι με τα διεκδικητικά ανοίγματά του προς το τουρκικό κράτος και τις ουσιαστικές καλές σχέσεις προς τους εντοπίους ιθύνοντες, σχέσεις αληθείας και ειλικρινείας, θα μπορούσε να επιτύχει να επισκευαστούν εκκλησίες, μονές, εκπαιδευτικά ιδρύματα και ιστορικά ομογενειακά κτίρια, όταν προ της εποχής Βαρθολομαίου ούτε καρφί δεν μπορούσε να χτυπηθεί στον τοίχο και όλα τα εκκλησιαστικά και λοιπά κοινοτικά ρωμαίικα κτίρια ρήμαζαν. Τοιουτοτρόπως επέτυχε να επαναλειτουργήσουν μετά από 50 έτη σχολεία όλων των βαθμίδων στην μαρτυρική νήσο Ίμβρο και να αναγεννηθεί το νησί όταν όλοι πίστευαν και έλεγαν ότι ο ελληνισμός της Ίμβρου πέθανε. Ήταν επίσης αδιανόητο κάποτε, αλλά από αρκετών ετών είναι γεγονός η από το τουρκικό κράτος χορήγηση της τουρκικής υπηκοότητας σε μη Τούρκους Μητροπολίτες του Οικουμενικού Πατριαρχείου καθώς και η ανά εξάμηνο ανανέωση της συνθέσεως των μελών της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την συμμετοχή και μη τουρκικής υπηκοότητος Μητροπολιτών του Οικουμενικού Θρόνου.

Θα μπορούσε ποτέ κάποιος να πιστεύσει ότι θα γινόταν δεκτό το αίτημα του Πατριάρχου Βαρθολομαίου για την χορήγηση κρατικής αδείας προκειμένου να λειτουργήσει σε ερειπωμένες και σφραγισμένες από το 1922 εκκλησίες και μονές στην Καππαδοκία, Μικρά Ασία, Ανατολική Θράκη, ειδικά στην Παναγία Σουμελά στον Πόντο και στην πόλη σύμβολο του κεμαλισμού που παραμένει η μαρτυρική Σμύρνη, όπου ο εκεί Μητροπολίτης Σμύρνης Βαρθολομαίος επιτελεί άκρως τελέσφορη θεία διακονία, λόγοις και έργοις. Εξάλλου ποιός θα περίμενε να εκλεγεί μετά το 1922 Μητροπολίτης Σμύρνης, καθώς και Μητροπολίτες, Μοσχονησίων, Ικονίου, Προύσας, Αδριανουπόλεως, Καλλιουπόλεως, Σηλυβρίας, Κυδωνιών, Σαράντα Εκκλησιών και τόσοι άλλοι υπό τον τίτλο πόλεων που πολλοί πίστευαν ότι είχαν σβήσει από την ιστορία και την συνείδηση των όπου γης Ρωμιών, αλλά ο Πατριάρχης τις ανέστησε και τις έφερε και πάλι στο προσκήνιο της ιστορίας έχοντας στερρά και βεβαία πίστη στον Αναστάντα Χριστό ως τελικού κριτού των πάντων και όχι στην εφήμερη ισχύ των θνητών ανθρώπων, επαληθεύοντας με την όλη αγωνιστική βιοτή του ότι: «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ». Δεν εκάμθη.

Ο νησιωτικής ιμβριωτικής στόφας και δυναμικής Πατριάρχης Βαρθολομαίος είναι ήρεμη δύναμη και σφάλλει όποιος ανοήτως νομίζει ότι δύναται προκλητικώς και ασεβώς να εμπαίζει στο πρόσωπό του τον υπεραιωνόβιο και πάνσεπτο θεσμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διότι έχοντας υπάρξει γνήσιο πνευματικό τέκνο και εκκλησιαστικό ανάστημα ενός μεγάλου Φαναριώτου Ιεράρχου ως υπήρξε ο Γέρων Χαλκηδόνος Μελίτων Χατζής (1913-1989), γνωρίζει να «σηκώνει το γάντι» αναλόγως την πρόκληση και τις ιδιάζουσες κάθε φορά εκκλησιαστικές και άλλες εξωτερικές περιστάσεις και συνθήκες, δίδοντας ακατάβλητους αγώνες και ηχηρές απαντήσεις ραπίσματα πάντοτε αγωνιζόμενος μέχρι τέλους και άνευ εκπτώσεων υπέρ των απαράγραπτων δικαίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και υπέρ της ευσταθείας και ευταξίας των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών ως φορέας και ενσαρκωτής προαιωνίων προνομίων και δικαίων στο σώμα της ανά την οικουμένη Ορθοδοξίας. Αυτό συνέβη όταν κατά την περίοδο 2003-2004 η Αυτοκέφαλος Εκκλησίας της Ελλάδος ως αγνώμων θυγάτηρ «εκίνησε την πτέρναν κατά του ευεργέτου» και αμφισβήτησε, λόγοις και έργοις, την εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις εκκλησιαστικές επαρχίες του στις Νέες Χώρες (Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη, νήσοι Αρχιπελάγους). Δεν εκάμθη.

Τοιουτοτρόπως και με ανάλογη σθεναρή, αμετακίνητη και αταλάντευτη στάση ράπισε την δόλια, υποκριτική, υπονομευτική και διασπαστική της ενότητος των Πανορθοδόξων μεθόδευση της αγνωμονούσης θυγατρός εν Ρωσία Εκκλησίας να τορπιλίσει με κάθε αθέμιτο μέσο και με τους τότε δορυφόρους της την σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν έτει 2016 στην μεγαλόνησο Κρήτη. Η Μεγάλη Σύνοδος των Ορθοδόξων Εκκλησιών συνεκλήθη και ήδη είναι αψευδές καταγεγραμμένο εκκλησιαστικό γεγονός. Τότε με την οριστική απόφαση του Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου να συγκληθεί η Αγία και μεγάλη Σύνοδος των Ορθοδόξων εφάνη το αληθινό πρόσωπο των ηγετίσκων της εν Ρωσία Εκκλησίας, οι οποίοι διαχρονικώς αμφισβητούν το «Πρωτόθρονον» και «Πρωτεύθυνον» εντός της Ορθοδοξίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ήτοι της πολυμαρτυρικώς καθηγιασμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας. Έτσι ο Πατριάρχης των Πανορθοδόξων «έφραξε στόματα λεόντων» της ύπουλης ανθελληνικής ρωσικής στέπας, οι οποίοι καίτοι ομόδοξοι – πλην όμως ψευδάδελφοι – λαβόντες το σωτήριο εις Χριστόν βάπτισμα από την Κωνσταντινούπολη, εντούτοις ως ασεβείς και αγνώμονες μητραλοίες ήραν άνομες χείρες κατά της Μητρός Αγίας του Χριστού Εκκλησίας τους. Δεν εκάμθη.

Ειδικά όσον αφορά την φαιδρή, μετέωρη και αντιεκκλησιολογική επιχειρηματολογία της Ρωσικής Εκκλησίας ότι η πρωτοκαθεδρία στον Ορθόδοξο κόσμο ανήκει δικαιωματικά στο Πατριαρχείο της Μόσχας λόγω της πληθυσμιακής υπεροχής του ποιμνίου του σε σχέση με το ποίμνιο των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων της Ανατολής (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων), ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στην επί 35 έτη πατριαρχία του απέδειξε στην πράξη με πνεύμα ταπεινώσεως και αγάπης ότι το «πρωτείον τιμής και διακονίας» του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως Πρωτοθρόνου Μητρός Εκκλησίας της Ορθοδόξου Ανατολής Εκκλησίας δεν είναι το αποτέλεσμα ποσοτικών πληθυσμιακών κριτηρίων ή αριθμών, ένεκα της μωράς αριθμολαγνείας και αριθμοπληξίας, αλλά ιστορικών δεδομένων, αποφάσεων Οικουμενικών Συνόδων και κυρίως της ταπεινής, μαρτυρικής, καθαγιασμένης, σταυραναστάσιμης αποστολής της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Η άκρως λοιπόν επικίνδυνη και λίαν εκκοσμικευμένη θέση του Πατριαρχείου της Ρωσίας ότι κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι αριθμοί και τα ποσοτικά πληθυσμιακά κριτήρια προκειμένου να διαδραματίσει πρωτεύουσα εξουσιαστική αποστολή ως άλλο Βατικανό με τυραννικό και δικτατορικό «πρωτείο εξουσίας» στον Ορθόδοξο κόσμο, είναι πέραν και εκτός κάθε εννοίας Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ουδέποτε εκάμθη ή εφοβήθη την κοσμική ισχύ και τις απειλές, ούτε δελεάσθηκε και υπέπεσε στον πειρασμό να υποκύψει ενώπιον «χρυσίου η αργυρίου ή πολυτελών λίθων», ξεπουλώντας «αντί πινακίου φακής» όσα απαράγραπτα και αδιαπραγμάτευτα δίκαια και προνόμια της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας εσεβάσθησαν και εφύλαξαν οι προκάτοχοί του ανά τους αιώνες. Έτσι δεν χλόμιασε ούτε ετράπη εις άτακτον φυγήν ως ρίψασπις όταν φωνές σειρήνων και κραυγές βαρβάρων από τον ρωσικό βορρά κατέφθαναν στο Φανάρι και σε όλο τον κόσμο με απειλές από το Κρεμλίνο και το Πατριαρχείο Μόσχας ως τραγικά πειθήνιο και ταλαίπωρο υποτακτικό ανελεύθερο όργανό του «ένεκα επαίσχυντων ρουβλίων», προκειμένου να καμφθεί και ως μόνον αυτός έχων το εκκλησιαστικό ανά τους αιώνες τούτο προνόμιο, να μην χορηγήσει το αυτοκέφαλο εκκλησιαστικό διοικητικό καθεστώς στην μαρτυρικώς δοκιμαζομένη με σχίσματα Ουκρανία εξαιτίας των ηγετίσκων της εν Ρωσία Εκκλησίας, οι οποίοι απεδείχθησαν μικροί και ολίγοι να επιλύσουν τον γόρδιο επί τριάκοντα και πλέον έτη εκκλησιαστικό δεσμό των σχισμάτων. Δεν εκάμθη και από του έτους 2018 στην χορεία των κατά τόπους Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών υπάρχει και η Αυτοκέφαλος Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας υπό την ηγεσία του Κιέβου Επιφανίου. Μήπως δεν εβίωσε τα ίδια απειλητικά και τρομοκρατικά ρωσικά λεξίδια όταν με δική του αποφασιστική πρωτοβουλία επανενεργοποιήθη το Αυτόνομο εκκλησιαστικό διοικητικό καθεστώς της Εκκλησίας της Εσθονίας (1996) υπό την κανονική και πνευματική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου; Δεν εκάμθη.

Πολλοί είπαν και λένε πώς απετόλμησε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος να έλθει σε ευθεία ρήξη όχι απλώς με την θεραπαινίδα του Κρεμλίνου που είναι, όπως δυστυχώς κατάντησε, η εν Ρωσία Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά στην πραγματικότητα με το ίδιο το βαθύ αντιδημοκρατικό, αυταρχικό και απολύτως προς το Φανάρι εχθρικό κράτος της Ρωσίας; Η απάντηση είναι απλή εάν αναλογισθεί κάποιος ότι ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος δεν είναι πολιτικός, ήτοι κοσμικός άρχων, αλλά ο «έσχατος Διάκονος του Σταυρού» της εσταυρωμένης Μητρός Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, οπότε επειδή γνωρίζει πολύ καλά από καθημερινούς μαρτυρικούς Σταυρούς είναι πλήρως και απολύτως παραδομένος στο άπειρο έλεος και στην πρόνοια του Θεού, έχοντας παιδιόθεν θέσει την όλη ύπαρξη και ζωή του στα χέρια του Μεγάλου Αρχιερέως Ιησού Χριστού. Έτσι απέναντι στον σημερινό ένοικο του Κρεμλίνου και σε κάθε παρόμοιό του διαχρονικά, ισχύει, έστω και κάπως τροποποιημένο το υπό του Ιερού Χρυσοστόμου λεχθέν, ο οποίος από αιώνων ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως εκήρυξε: «πόσοι και πόσοι επολέμησαν την Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και οι πολεμήσαντες απώλοντο. Αυτή δε υπέρ τον ουρανόν αναβέβηκεν».

Εάν αναλογισθεί κάποιος το τιτάνιο εκκλησιαστικό, διορθόδοξο, διαχριστιανικό και διαθρησκειακό έργο το οποίο συνετελέσθη όλα αυτά τα 35 συναπτά έτη, όντως ιλιγγιά ο ανθρώπινος νους του, αλλά επαληθεύεται τελικώς ότι όντως «τα αδύνατα παρ᾽ ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστί». Ποιός πριν από την εποχή Βαρθολομαίου θα μπορούσε να σκεφτεί, να προβλέψει, έστω και να φανταστεί ότι ο «Πρώτος των Ορθοδόξων» θα συναντούσε τον έναν μετά τον άλλον τους θρησκευτικούς ηγέτες του Ισλάμ σε χώρες αμιγώς Μουσουλμανικές, ακόμη και με επίσκεψη στο θεοκρατικό κράτος του Ιράν ή ότι θα συνομιλούσε με Αρχηγό κουμμουνιστικού κράτους όπως ο Φιντέλ Κάστρο, και όμως όλα συνετελέσθησαν με την βούληση και την πεποίθηση του Οικουμενικού Πατριάρχου, ότι είχε έρθει «η ώρα της Ορθοδοξίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου», γι’ αυτό με εργώδεις και άοκνες και ανύστακτες προσπάθειες ο ίδιος επέτυχε το πρωτοφανές μέσα στα πρώτα ήδη έτη της καρποφόρου πατριαρχίας του όταν έβγαλε το Πατριαρχείο από το χρονοντούλαπο της ιστορίας και του ενδόξου παρελθόντος του και το πρόβαλε σε όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου ώστε σήμερα άπαντες ανά την οικουμένη να γνωρίζουν το Φανάρι και να ομιλούν για τον πολύτιμο αυτό αιωνόβιο θεσμό των Ορθοδόξων που είναι και παραμένει για παραπάνω από 17 αιώνες το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Άνοιξε δηλαδή διάπλατα τις πύλες του Φαναρίου στον κόσμο και μεταλαμπάδευσε το πνεύμα και το μήνυμά του στις καρδίες των ανθρώπων καλής θελήσεως όπου γης. Ποιός σήμερα ανά την υφήλιο δεν γνωρίζει για τις οικολογικές πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, την συστηματική προσπάθεια του για τον διορθόδοξο, διαχριστιανικό και διαθρησκειακό διάλογο με σκοπό την ειρήνευση μεταξύ κρατών και λαών, την αλληλοκατανόηση μεταξύ των ανθρώπων διαφορετικών θρησκειών, την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, της φτώχειας, της εκμεταλλεύσεως των παιδιών, αλλά και για ζητήματα σύγχρονης βιοηθικής και κινδύνων από την απροϋπόθετη ανάπτυξη και χρήση της τεχνολογίας, όπως είναι η τεχνική νοημοσύνη, καθώς και τόσων άλλων φλεγόντων ζητημάτων που απασχολούν την σύγχρονη ανθρωπότητα;

Έτσι όμως προβάλλεται η αλήθεια και εμπειρία της Ορθοδοξίας μέσω του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανά την οικουμένη και ο λόγος της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι τώρα πια υπολογίσιμος περισσότερο παρά ποτέ, εάν σκεφθούμε ότι σε όλα τα διεθνή forum η Ορθόδοξη Εκκλησία εκπροσωπείται επαξίως από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και δεν είναι παρίας των εξελίξεων. Για όσα, χάριτι Θεού, επετεύχθησαν υπό του Παναγιωτάτου άξια μνείας είναι εκείνα τα οποία ο αοίδιμος Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων Συμεών, αναφερόμενος στην πρωθιεραρχική διακονία του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, προσφυώς προ ετών έγραφε: «Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος έκαμε την Κωνσταντινούπολη το κέντρο του κόσμου. Άνοιξε «την πύλην την κεκλεισμένην» για να εισέλθει ο κόσμος στο Φανάρι αλλά και για να εξέλθει το Φανάρι στον κόσμο… Αυτό έκαμε ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος με τις ανά τον κόσμο περιοδείες του. Το άνθος της Ορθοδοξίας άνοιξε. Τα πέταλά του στόλισαν την Οικουμένη. Φάνηκε η ωραιότητά του και ο κόσμος πληρώθηκε από την ευωδία του…».

Το Φανάρι με το ένδοξο βυζαντινό μεγαλείο του, όταν το 1991 ο από Χαλκηδόνος Βαρθολομαίος ανέλαβε την πηδαλιουχία της Μητρός Αγίας Μεγάλη του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας ήταν για πολλούς εντός και εκτός Τουρκίας και δη αλλοδόξους και αλλοθρήσκους, αλλά δυστυχώς ακόμη και για ορισμένους αμύητους Έλληνες «terra incognita», ίσως καλύτερα ένα «απολίθωμα της ιστορίας του ενδόξου βυζαντινισμού» μας, που το αντιμετώπιζαν στην καλύτερη περίπτωση και εκδοχή, εάν βεβαίως το γνώριζαν, ωσάν ένα «σπάνιο μουσειακό είδος» άλλων αιώνων και εποχών, παντελώς όμως ξένο προς το σύγχρονο γίγνεσθαι ή ακόμη και ως ένα παρωχημένο εκκλησιαστικό θεσμό που φυτοζωεί και αργοσβήνει μέσα στις δάφνες του παρελθόντος του. Ίσως και να βόλευε ορισμένους εν Ελλάδι, θα το εστιάσω αναγκαστικά στην ελλαδική πονηρή και μίζερη εκκλησιαστική μας παραδοξότητα, διότι πρέπει να ειπωθούν επιτέλους αλήθειες, αφού πολλοί του ελλαδικού εκκλησιαστικού μας γίγνεσθαι και όχι μόνο μέχρι και σήμερα ίσως θα ήθελαν με παχιά και μεγάλα ψεύτικα λόγια, ως συνήθως, να ομιλούν για την Πόλη των πόλεων, την Αγιά Σοφιά και το Φανάρι με την εσφραγισμένη πύλη προς τιμήν του απαγχονισθέντος Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄, αλλά μέχρι εκεί.

Ήθελαν, αν και δεν το ομολογούσαν φανερά, τότε και ίσως τώρα, ορισμένοι αμετανόητοι και κρυπτόμενοι νοσταλγοί και θιασώτες του νοσηρού πνεύματος της ανώμαλης εκκλησιαστικής περιόδου 1967-1973 και 1998-2008, ένα Φανάρι άφωνο, κουφό και τυφλό, παράλυτο και αποδυναμωμένο, ώστε σιγά σιγά να αποψιλώσουν από την εκκλησιαστική πνευματική και διοικητική δικαιοδοσία του στο όνομα του επάρατου εκκλησιαστικού εθνοφυλετισμού όλες τις εν Ελλάδι εκκλησιαστικές επαρχίες του και να το περιορίσουν στα όρια της Τουρκίας για να μην είναι ενοχλητικό. Θα βόλευε βέβαια ένα Φανάρι περισσότερο «καρτ ποστάλ» παλαιών ενδόξων εποχών ωσάν απολίθωμα μουσειακού είδους παρά μια ζώσα Πρωτόθρονη και Πρωτεύθυνη Μητέρα Εκκλησία, όπως παγκοσμίως αναγνωρίζεται σήμερα χάρη στην εμπνευσμένη πατριαρχία Βαρθολομαίου του Ιμβρίου.

Τίποτα από αυτά τα όνειρα θερινής νυκτός δεν ευοδώθηκε αν και λυσσαλέα προσπάθησαν πολλοί εν Ελλάδι να το επιτύχουν, διότι ως αρραγής βράχος ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος παρέμεινε αμετακίνητος «θεματοφύλακας των ιερών και οσίων του Φαναρίου» αποκρούοντας τα πύρινα βέλη της μητροκτονικής μανίας τους κατά της Μητρός Εκκλησίας τους. Όλοι αυτοί οι μητραλοίες μένουν πια αναπολόγητοι απέναντι στην ίδια την πραγματικότητα η οποία τους προσπερνά παταγωδώς, αφού δεν έσβησε το Φανάρι, ούτε θα σβήσει ποτέ και τούτο διότι ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος ούτε κατ’ ελάχιστον μήτε προς στιγμήν επίστευσε ότι έφθασε το τέλος, αλλά ζει και κινείται και δρα και αγωνίζεται για το μέλλον του Φαναρίου άνευ απαισιοδοξίας, ολιγοπιστίας ή απελπισίας, αλλά με την βεβαία ελπίδα ότι ο Χριστός είναι ο τελικός κριτής της ιστορίας και όχι οι χοϊκοί άνθρωποι. Τώρα πια και ένα μικρό παιδί γνωρίζει για το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ποιός είναι ο Πατριάρχης του Γένους του, αφού ακόμη και ως άκουσμα και εικόνα το Φανάρι ευρίσκεται εδώ και 35 χρόνια μέσα στο σπίτι κάθε Έλληνα όπου γης, αλλά και στη συνείδηση των απανταχού Ορθοδόξων και όχι μόνο είτε αρέσει είτε δεν αρέσει σε ορισμένους. Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι ύστερα από πολλά προσκόμματα κυρίως εκ μέρους της διοικήσεως της εν Ελλάδι Εκκλησίας, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος ίδρυσε και εγκαινίασε το «Γραφείο Εκπροσωπήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου» στην Αθήνα (2000).

Ένα ιδιαζούσης σημασίας κεφάλαιο της πατριαρχίας Βαρθολομαίου το οποίο αποδεικνύει επίσης το μεγαλείο του σοφού και διορατικού εκκλησιαστικού ηγέτου είναι και το γεγονός ότι ως Ηγούμενος Πατριάρχης του εν Φαναρίω Καστρομονάστηρου με απόλυτη συναίσθηση της ευθύνης του έναντι του Οικουμενικού Θρόνου και της ιστορίας του Γένους μας, με σύνεση και φρόνηση, ευθυκρισία και προνοητικότητα, για την συνέχεια του Φαναρίου και στο μέλλον, ανέδειξε ήδη από ετών σειρά νέων φερέλπιδων και λίαν μεμορφωμένων Ιεραρχών οι οποίοι πλησίον του στην Πατριαρχική Αυλή εγαλουχήθησαν και γαλουχούνται αδιαλείπτως ως εν σπουδαστηρίω με το αγήραστο στο χρόνο πνεύμα του Φαναριώτου Κληρικού, το οποίο επιβιώνει από γενεά σε γενεά. Είναι και αυτό ένα ελάχιστο δείγμα της ανυστάκτου μερίμνης του για την επιβίωση του Οικουμενικού Θρόνου στους ερχομένους καιρούς και χρόνους με αξίους συνεχιστές της Φαναριώτικης παραδόσεως και βιωτής, διότι, όπως άλλοτε διεκήρυττε ο αοίδιμος Χαλκηδόνος Μελίτων, «το Φανάριον είναι μια σχολή», που πρέπει να ζήσει και θα ζήσει.

Κάθε κεφάλαιο λοιπόν της επί 35 συναπτά έτη πατριαρχίας Βαρθολομαίου είναι ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο ιστορίας τόσο πολύτιμο και ξεχωριστό το οποίο διδάσκει σε κάθε σύγχρονο άνθρωπο τι σημαίνει πίστη στο Θεό και την Πρόνοιά του, αγωνιστικό και αδούλωτο φρόνημα και φυσικά αυτοθυσιαστικό πνεύμα για τα υψηλά ιδεώδη του Γένους μας. Αλάλητοι είναι οι στεναγμοί του, αγόγγυστη και αδιαμαρτύρητη η θυσιαστική Πρωθιεραρχική διακονία του, πλήρης ελπίδος και χάριτος, διότι είναι Χριστομίμητη. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είναι μέσα στον κόσμο και κοντά στον άνθρωπο. Καταφέρνει όμως να βρίσκεται μακριά από τα ανθρώπινα. Είναι μέσα στην κοινωνία. Αφουγκράζεται τον παλμό της. Ξεφεύγει όμως από την ματαιότητα και την φθορά της. Παρατηρώντας τον κανείς να κινείται, να εργάζεται, να γράφει, να ομιλεί, να διαβάζει, διακρίνει μια χάρη, μια πλούσια ευλογία. Νομίζεις ότι στα πόδια του μπλέκεται ο Θεός. Ο Θεός προπορεύεται και ο Πατριάρχης ακολουθεί. Άλλοτε πάλι ο Πατριάρχης προπορεύεται ως δεύτερος Πρόδρομος και κηρύττει Ιησού Χριστό και ο Θεός ακολουθεί…

Για να καταλάβουμε τι σημαίνει Πατριάρχης Βαρθολομαίος πρέπει οπωσδήποτε να τον γνωρίσουμε. Για να τον γνωρίσουμε όμως, πρέπει απαραίτητα να τον αναζητήσουμε. Για να τον αναζητήσουμε, χρειάζεται να τον αγαπήσουμε. Όλων αυτών προηγείται η αγάπη, έπεται η γνώση, ακολουθεί η αναζήτηση και ως επισφράγισμα φθάνει η εύρεσή τους, που δίδει χαρά. Τελικώς, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ως Γενάρχης και Πρωτόθρονος Πρωθιεράρχης της ανά την υφήλιο κατ’ Ανατολάς Ορθοδόξου Εκκλησίας συνιστά «αγιοπνευματικόν εγκώμιον» Ορθοδοξίας και Ρωμηοσύνης. Αποτελεί και είναι όντως το «Μέγα Κεφάλαιον της Ιστορίας του Οικουμενικού Θρόνου και της Ανθρωπότητος».

Πάντα όσα επετεύχθησαν συν Θεώ από τον μακροβιότερο εν Πατριάρχαις Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο είναι πλέον αψευδής ιστορία και ο ίδιος όχι απλώς ένα ιστορικό πρόσωπο αλλά ο «ήδη τετμηκώς εγκάρσια την ιστορία σε προ και μετά Βαρθολομαίον εποχή» με όσα σηματοδοτεί και συμβολίζει η συνεχιζόμενη τετιμημένη και πολυμαρτυρικώς καθαγιασμένη πατριαρχία του, οπότε για το ευφρόσυνο αυτό επετειακό γεγονός, προσήκει η του Ιωάννου Μαυρόπους ευχετική γραφή και συνάμα προσευχητική δέηση: «Δέσποτά μου, τούτο πάντες ποθούμεν, τούτο ζητούμεν, υπέρ τούτου δεόμεθα διά παντός του Θεού, ζην εις μήκιστον χρόνον, ευεκτείν, υγιαίνειν, ευτυχείν, ευθυμείν, ευοδούσθαι προς πάντα και διά πάντα δοξάζεσθαι…». Γένοιτο…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *