Κωνσταντίνος Ζούλας: Το «Long Play» ήταν εκπλήρωση παιδικού ονείρου

Σε κλίμα συγκίνησης πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη Τύπου για το ντοκιμαντέρ «Long Play» στον ΣΚΑΪ με θέμα τη ζωή και το έργο του Διονύση Σαββόπουλου, με τον Κωνσταντίνο Ζούλα, πρόεδρο του Ομίλου να μιλά με έντονα προσωπικό τόνο για τη σημασία της σειράς έξι επεισοδίων.
Όπως ανέφερε, το «Long Play» αποτελεί για τον ίδιο την εκπλήρωση ενός παιδικού ονείρου, καθώς –όπως είπε– μεγάλωσε με τη μουσική του Σαββόπουλου, την οποία χαρακτήρισε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής και της μνήμης του από τα πρώτα του χρόνια.
«Είμαι σαββοπουλικός από κούνια», σημείωσε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας βιώματα και συναντήσεις που σημάδεψαν τη σχέση του με τον δημιουργό.
Ο κ. Ζούλας αναφέρθηκε σε καθοριστικές στιγμές, όπως η πρώτη του γνωριμία με τον Διονύση Σαββόπουλο στα τέλη της δεκαετίας του ’80.
Ιδιαίτερη μνεία έκανε στην εκπομπή «Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι», την οποία χαρακτήρισε σταθμό για την ελληνική μουσική και σημείο αναφοράς για τη σύλληψη της ιδέας του ντοκιμαντέρ.
Παράλληλα, ευχαρίστησε τον Γιάννη Αλαφούζο για την άμεση αποδοχή της πρότασης και τη στήριξη του ΣΚΑΪ, τον Παύλο Τσίμα για τη δημοσιογραφική επιμέλεια, τον Ανδρέα Λουκάκο για την παραγωγή, καθώς και τη ΔΕΗ για τη χορηγική συνδρομή. Ξεχωριστή αναφορά έκανε και στη συμμετοχή του Αλέξη Κυριτσόπουλου, υπογραμμίζοντας ότι τα σκίτσα του μετέτρεψαν το ντοκιμαντέρ «σε ένα τηλεοπτικό ποίημα».
Κλείνοντας, ο Κωνσταντίνος Ζούλας μίλησε για το ιδιαίτερο αποτύπωμα του Διονύση Σαββόπουλου στην ελληνική κοινωνία και κουλτούρα, τονίζοντας ότι δημιούργησε έναν μοναδικό μουσικό και ποιητικό κόσμο, πέρα από ιδεολογικές ταμπέλες.
Χαρακτήρισε το «Long Play» ως την τελευταία του παρακαταθήκη και «ένα πραγματικό δώρο για εμάς και τα παιδιά μας», καλώντας το κοινό να το παρακολουθήσει ως μια γιορτή μνήμης και δημιουργίας.
Αναλυτικά η ομιλία του:
Είναι μεγάλη χαρά και μεγάλη τιμή για μένα να σας πω δυο λόγια πριν παρακολουθήσουμε ένα σύντομο βίντεο και από τα 6 επεισόδια του «Long play».
Και επιτρέψτε μου έναν λίγο πιο προσωπικό τόνο, γιατί αυτή η σειρά ντοκιμαντέρ είναι κάπως σαν την εκπλήρωση ενός παιδικού μου ονείρου και θα σας εξηγήσω τι εννοώ.
Γεννήθηκα μέσα στη Χούντα και οι πρώτοι δίσκοι του Διονύση Σαββόπουλου, το Φορτηγό, το Περιβόλι του Τρελού και ο Μπάλος ήταν ήδη στο σπίτι μου, στο πικάπ του σπιτιού μου, και υπάρχουν στα αυτιά μου κατά κυριολεξία όσο θυμάμαι τον εαυτό μου.
Θα έλεγα, χωρίς να υπερβάλω, ότι είμαι Σαββοπουλικός από κούνια -οι γονείς μου φταίνε και τους το χρωστώ εφ όλης ζωής. Να φανταστείτε, στα 7 μου, το 1976, που άρχισα να μαθαίνω κιθάρα, το πρώτο τραγούδι που ζήτησα από το δάσκαλο να μου μάθει ήταν η Συννεφούλα. Παίξε μας τη Συννεφούλα έλεγαν οι μεγάλοι κι εγώ περιχαρής άρχιζα να τη σφυρίζω.
Δέκα χρόνια αργότερα, όταν τελείωνα το Λύκειο, για πρώτη φορά είχα την τύχη να τον γνωρίσω από κοντά. Ήταν η εποχή που προβαλλόταν στην ΕΡΤ το «Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι», και περίμενα πως και πώς κάθε εβδομάδα να δω κάθε επεισόδιο γιατί εκτός από τους λεγόμενους “λαϊκούς” τραγουδιστές, ο Σαββόπουλος αναδείκνυε και τις νέες τάσεις, τα νέα σχήματα της εποχής.
Ένα από αυτά τα γκρουπ ήταν και οι Φατμέ του Νίκου Πορτοκάλογλου του οποίου, όχι τυχαία, έγινα επίσης τρελός φαν.
Το Νοέμβριο του 1987, όταν ο Σαββόπουλος ηχογραφούσε τα τραγούδια της εκπομπής σε δίσκο, ο παιδικός μου φίλος Μίνως Μάτσας που είχε αναλάβει την οργάνωση της παραγωγής με πήρε τηλέφωνο και μου είπε «παράτα ό,τι κάνεις και έλα τώρα στο Νέο Ηράκλειο, ηχογραφεί ο Σαββόπουλος με τον Πορτοκάλογλου».
Εννοείται ότι διακτινίστηκα. Και η έκπληξή μου, όταν μπήκα στο στούντιο εξελίχθηκε σε ένα βράδυ που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Πρόβαραν το Καλοκαιράκι, εγώ παρακολουθούσα εκστασιασμένος με το Μίνω από το κοντρόλ και σε κάποια στιγμή ο Σαββόπουλος διακόπτει την πρόβα και λέει «Ρε παιδιά, νομίζω ότι μας λείπει μια κιθάρα να παίξει μαζί με το Νίκο λίγο πιο ψηλά. Μίνω αφού ξέρεις κιθάρα, δεν μπαίνεις στο στούντιο;» Και ο Μίνως, απάντησε κάτι που με έκανε να παγώσω. «Καλύτερα να μπει ο Κωνσταντίνος που είμαι σίγουρος ότι ξέρει απέξω το κομμάτι»…
Μην τα πολυλογώ, στα 17 μου, με τρεμάμενα χέρια, κρατούσα μια κιθάρα, έχοντας στα δεξιά μου τον Σαββόπουλο, αριστερά μου τον Πορτοκάλογλου, μπροστά μου στο πιάνο τον Γιοκαρίνη και πιο δίπλα τους Κατσιμιχαίους να τραγουδούν live σε κάτι που μετείχα κι ο ίδιος.
Το θυμάμαι ακόμη κατά κυριολεξία σαν όνειρο φθινοπωρινής νυκτός.
Το 2002 ήμουν δημοσιογράφος πια και του ζήτησα να μου δώσει μια συνέντευξη για το περιοδικό «View» της Καθημερινής. Είχα μια στήλη με τον τίτλο “η πρώτη μου φορά” και ήταν μια αφορμή για μια σύντομη αναδρομή στη ζωή του από τα παιδικά του χρόνια. Θυμάμαι πόσο τον είχε ενθουσιάσει ο τίτλος που προέκυψε από τη διήγησή του για το πώς θυμόταν το δημοτικό. «Βαριόμουν τη μουσική, διασκέδαζα με την Εκθεση» μου είπε πει με τον μοναδικό του τρόπο να μιλάει σαν να διηγείται παραμύθια που ήταν όμως αληθινά.
Θυμάμαι πολύ έντονα τις συζητήσεις που κάναμε τότε, αλλά και λίγα χρόνια αργότερα, το 2010, όταν μου παραχώρησε μια τηλεοπτική συνέντευξη στο σπίτι του στο Πήλιο, για την οποία θέλω με μεγάλη καθυστέρηση να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Ασπα γιατί μας πήρε η νύχτα και τελικά με φιλοξένησαν.
Εκείνο το βράδυ σε ένα μπαράκι, στη Σκάλα του Κομνηνού που υπάρχει ακόμη στο Μούρεσι, του πρωτοείπα με το γνωστό θράσος που έχουν συχνά οι δημοσιογράφοι “νομίζω ότι πρέπει οπωσδήποτε να ξανακάνετε κάτι στην τηλεόραση”. Με κοίταξε, χαμογέλασε, έσβησε το τσιγάρο του ύστερα από 2-3 τζούρες όπως συνήθιζε, και με προκάλεσε. «Πρότεινέ μου την ιδέα και έλα να το κουβεντιάσουμε».
Κάποια χρόνια αργότερα, όταν ανέλαβα την ευθύνη της ΕΡΤ, ένα από τα πρώτα πράγματα που θεωρούσα αυτονόητο να γίνουν ήταν η ψηφιοποίηση των 18 επεισοδίων του Ζήτω το Ελληνικό τραγούδι. Και με την καθοριστική βοήθεια της Ελενης Καλέση επανέφερα την ιδέα μιας σειράς ντοκιμαντέρ και εκείνη την ενθάρρυνε με τρόπο που μόνο εκείνη ήξερε.
Μην τα πολυλογώ λίγο οι υποχρεώσεις του, λίγο η γραφειοκρατία του Δημοσίου η τύχη το φερε αυτό το παιδικό όνειρο να υλοποιηθεί φέτος στον ΣΚΑΙ. Και θέλω από καρδιάς να ευχαριστήσω τον Γιάννη Αλαφούζο καθώς όταν του είπα πέρσι το Σεπτέμβριο την ιδέα να κάνουμε μια σειρά εκπομπών με τη ζωή του Σαββόπουλου μέσα από τη δισκογραφία του, όχι μόνον δέχθηκε αμέσως αλλά μου είπε χωρίς δεύτερη σκέψη «προχώρα το γιατί εκτός των άλλων είμαι και Σαββοπουλικός».
Η πρόταση να αναλάβει τη δημοσιογραφική επιμέλεια ο Παύλος Τσίμας ήταν επίσης αυτονόητη καθώς εκτός από τη βαθιά του γνώση στη μουσική ήξερα και την αγάπη που του είχε και εκείνος, όπως και Ανδρέας Λουκάκος που ανέλαβε την παραγωγή, με τη χορηγική συνδρομή της ΔΕΗ -κε Στάση θέλω να σας ευχαριστήσω προσωπικά όπως και τη Σοφία Δήμτσα, που αμέσως ανταποκριθήκατε και αγκαλιάσατε το Long play.
Η απροσδόκητη έκπληξη, όμως, σε αυτήν την παρέα που δημιουργήθηκε -γιατί ιστορία φτιάχνουν οι παρέες- ήταν η οικειοθελής συμμετοχή του παντοτινού του συνεργάτη Αλέξη Κυριτσόπουλου, ο οποίος δίνοντας ζωή στα σκίτσα του μετέτρεψε το ντοκιμαντέρ -δεν θα διστάσω να το πω- σε ένα τηλεοπτικό ποίημα.
Κυρίες και κύριοι
Δεν ανέφερα τυχαία τον όρο «Σαββοπουλικός». Αν το σκεφτείτε δεν συνηθίζουμε το ίδιο συχνά να λέμε Χατζιδακικός ή Θεοδωρακικός με την ευκολία που κάποιοι δηλώνουμε Σαββοπουλικοί.
Τον λόγο νομίζω μπορεί κανείς να τον βρει στα αναρίθμητα κείμενα που γράφηκαν πριν από 2,5 μήνες όταν έφυγε από τη ζωή.
Ο λόγος που όλοι συνομολόγησαν ότι ήταν ο σημαντικότερος τραγουδοποιός της χώρας μας, είναι νομίζω γιατί ο Σαββόπουλος από τον πρώτο του κιόλας δίσκο δημιούργησε έναν εντελώς δικό του κόσμο που υπερέβαινε αυτό που μέχρι τότε ονομαζόταν πολιτικό ή ερωτικό τραγούδι.
Ηταν σαν να μας λέει ήδη από το Φορτηγό “αυτός είμαι, και στο εξής ελεύθερα θα σας λέω και θα σας τραγουδάω ό,τι ακριβώς σκέφτομαι”, ανεξαρτήτως τι πιστεύετε, πέρα από κόμματα, ιδεολογίες και κυρίως ιδεοληψίες.
Ισως αυτή ήταν και η λάθος ανάγνωση μέρους της Αριστεράς αλλά και μέρους της δεξιάς που δυσκολεύτηκαν να καταλάβουν ότι τον Σαββόπουλο τον αγάπησαν από τον πρώτο του κιόλας δίσκο άνθρωποι αληθινά φιλελεύθεροι.
Αν κάτι μάλιστα μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι το διασκέδαζε και ο ίδιος- είναι ότι άλλος πιανόταν από έναν στίχο του, σίγουρος ότι μέσα του έβρισκε τον εαυτό του, άλλος προσπαθούσε να τον ερμηνεύσει χωρίς να είναι πάντα σίγουρος για το τι εννοούσε, κι άλλοι συγκινούνταν και συγκινούνται, απλά και μόνον από τις τόσο περίτεχνα απλές, αλλά και τόσο διαφορετικές και διακριτές μελωδίες του.
Κατά την ταπεινή μου γνώμη ο Σαββόπουλος χωρίς ίσως στα πρώτα του βήματα να το αντιλαμβάνεται και ο ίδιος, μέσα από αυτόν το νέο μουσικό και ποιητικό κόσμο που δημιούργησε, κατόρθωσε να φτιάξει κάτι σαν μυστικό κώδικα μεταξύ των ακροατών του.
Οποιος είναι Σαββοπουλικός -και νομίζω εδώ είμαστε οι περισσότεροι- ξέρει πολύ καλά τι εννοώ γιατί απλούστατα το έχει βιώσει αμέτρητες φορές. Πώς; Σε παρέες που κατά καιρούς βρισκόμαστε ακόμη και άγνωστοι μεταξύ μας. Κάποιος, ξαφνικά, σχολιάζοντας τη συζήτηση πετάει έναν στίχο του, και σχεδόν μαγικά αισθάνεσαι ότι είναι σαν να ξέρεις αυτόν τον άγνωστο -να τον συμπαθείς ή και να τον αγαπάς πριν καν τον γνωρίσεις- γιατί απλούστατα σας συνδέει ήδη πριν γνωριστείτε αυτός ο κοινός και ανομολόγητος κώδικας.
“Φτάνει Kωνσταντίνε, το βάρυνες, σήμερα έχουμε γιορτή” είμαι σίγουρος ότι θα μου έλεγε αν ήταν εδώ. Και θα είχε δίκιο.
Σαν γιορτή είμαι βέβαιος ότι θα διοργάνωνε τη σημερινή εκδήλωση -με τόσους «σαββοπουλικούς» άλλωστε είναι σαν να είναι και εκείνος εδώ μαζί μας- όπως γιορτή είναι και αυτό που έφτιαξε και θα παρακολουθήσετε.
Εκ μέρους του ΣΚΑΪ θέλω να ευχαριστήσω από την καρδιά μου όσους συμμετείχαν αλλά και όσους δούλεψαν με την ψυχή τους για το «Long play» που έμελλε να είναι η τελευταία του παρακαταθήκη, ένα πραγματικό δώρο για εμάς και τα παιδιά μας.
Ας βουλιάξει λοιπόν η οθόνη να σαλέψει το πλήθος.
Σας ευχαριστώ πολύ
Πηγή: skai.gr
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.