Ντάλτον Τράμπο: Ο σεναριογράφος που νίκησε τη μαύρη λίστα του Χόλιγουντ και έγραψε τον «Σπάρτακο»
Ποιοι γνωρίζουν σήμερα τα ονόματα των κορυφαίων σεναριογράφων του Χόλιγουντ; Ελάχιστοι, πιθανότατα, πέρα από τους ανθρώπους της κινηματογραφικής βιομηχανίας και τους φανατικούς του σινεμά.
Για το ευρύ κοινό, το όνομα του πρωταγωνιστή βρίσκεται συνήθως πρώτο, ακολουθεί ο σκηνοθέτης και, σε δεύτερο χρόνο, η ίδια η ιστορία.
Ο άνθρωπος που έγραψε τα λόγια, τους χαρακτήρες και τη δραματουργία μιας ταινίας συχνά περιορίζεται σε μια θέση ανάμεσα στους υπόλοιπους συντελεστές.
Ο Ντάλτον Τράμπο αποτελεί μία από τις σπάνιες εξαιρέσεις. Το όνομά του έγινε τελικά γνωστό όχι μόνο για τα σπουδαία σενάρια που έγραψε, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αναγκάστηκε να τα γράφει.
Για περισσότερο από μία δεκαετία, υπήρξε ένας από τους πιο διάσημους «αόρατους» σεναριογράφους της Αμερικής: έργα του γυρίζονταν, βραβεύονταν ακόμη και με Όσκαρ, αλλά το δικό του όνομα έλειπε από τους τίτλους.
Πολιτικά, ο Τράμπο ήταν κομμουνιστής και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος των ΗΠΑ.
Δεν έκρυβε τις πεποιθήσεις του και κατά τη δεκαετία του 1940 συμμετείχε ενεργά σε αντιφασιστικές δράσεις.
Η πολιτική του ταυτότητα, ωστόσο, δεν περιοριζόταν στην κομματική του ένταξη: ήταν έντονα αντίθετος στον φασισμό, στον ρατσισμό και στον πόλεμο, ενώ υπερασπιζόταν τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα.
Ακριβώς η άρνησή του να αποκηρύξει τις πεποιθήσεις του και να συνεργαστεί με την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων θα τον έφερνε αντιμέτωπο με τη μαύρη λίστα του Χόλιγουντ.
Φυλακίστηκε, έχασε τη δυνατότητα να εργάζεται ανοιχτά, μετακόμισε με την οικογένειά του στο Μεξικό και συνέχισε να γράφει με ψευδώνυμα ή μέσω άλλων ανθρώπων.
Κι όμως, μέσα από αυτή τη συνθήκη κατάφερε να υπογράψει μερικές από τις σημαντικότερες ταινίες της εποχής του.
Από τον «Πεταλούδα» στον «Σπάρτακο»
Ο Τράμπο συνδέθηκε με ταινίες που άφησαν εποχή, ανάμεσά τους ο «Πεταλούδας», η «Έξοδος» και ο «Σπάρτακος». Η τελευταία, που κυκλοφόρησε το 1960, αποτέλεσε κομβικό σημείο για την επιστροφή του στη δημόσια κινηματογραφική ζωή.
Ο Κερκ Ντάγκλας, πρωταγωνιστής και παραγωγός του «Σπάρτακου», επέμεινε να εμφανιστεί το πραγματικό όνομα του Τράμπο στους τίτλους.
Την ίδια χρονιά, ο σκηνοθέτης Ότο Πρέμινγκερ ανακοίνωσε ότι ο Τράμπο θα λάμβανε επίσης επίσημη πίστωση για το «Exodus» (Η Έξοδος).
Οι δύο κινήσεις θεωρήθηκαν καθοριστικές για την αποδυνάμωση της μαύρης λίστας του Χόλιγουντ.
Ένα παιδί του Κολοράντο που ήθελε να γράφει
Ο Τζέιμς Ντάλτον Τράμπο γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1905 στο Μοντρόουζ του Κολοράντο, σε οικογένεια με περιορισμένα οικονομικά μέσα. Από νεαρή ηλικία άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος σε τοπικές εφημερίδες.
Μετά τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, εγκαταστάθηκε το 1926 στο Λος Άντζελες. Παράλληλα με τις σπουδές και τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα, έκανε διάφορες δουλειές για να επιβιώσει, πριν καταφέρει να στραφεί οριστικά στη συγγραφή.
Το 1935 κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα, «Eclipse». Δύο χρόνια αργότερα μπήκε στη Warner Bros., αρχικά αναλαμβάνοντας να διαβάζει θεατρικά και λογοτεχνικά έργα και να εντοπίζει εκείνα που θα μπορούσαν να μεταφερθούν στον κινηματογράφο.
Το 1939 άρχισε να εργάζεται πιο συστηματικά ως σεναριογράφος και την ίδια χρονιά πήρε την πρώτη του σχετική πίστωση για το «Road Gang».
Το αντιπολεμικό έπος «Ο Τζόνι πήρε τ’ όπλο του»
Το 1939 ήταν, ωστόσο, η χρονιά που ο Τράμπο έγραψε και το έργο που θα τον ακολουθούσε σε ολόκληρη τη ζωή του: το αντιπολεμικό μυθιστόρημα «Johnny Got His Gun» («Ο Τζόνι πήρε τ’ όπλο του»).
Το αντιπολεμικό μυθιστόρημα προκάλεσε αντιδράσεις ήδη από τα πρώτα χρόνια της κυκλοφορίας του.
Μετά την είσοδο των ΗΠΑ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Τράμπο και ο εκδότης του αποφάσισαν να σταματήσουν την επανέκδοσή του, καθώς το έντονα ειρηνιστικό μήνυμα του βιβλίου μπορούσε να αξιοποιηθεί από τις απομονωτιστικές φωνές που αντιτάσσονταν στον πόλεμο.
Το βιβλίο επανήλθε μετά το τέλος του πολέμου και αργότερα έγινε ένα από τα εμβληματικά έργα του αντιπολεμικού κινήματος, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του πολέμου στο Βιετνάμ.
Περισσότερες από τρεις δεκαετίες αργότερα, το μετέφερε ο ίδιος στη μεγάλη οθόνη.
Η ταινία του 1971 αποτέλεσε τη μοναδική σκηνοθετική του απόπειρα και απέσπασε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες.
Η ιστορία είναι από τις πιο σκληρές αντιπολεμικές αλληγορίες που γράφτηκαν στον 20ό αιώνα.
Ένας νεαρός στρατιώτης τραυματίζεται βαριά στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ξυπνά σε ένα νοσοκομείο, ζωντανός αλλά παγιδευμένος μέσα στο ίδιο του το σώμα.
Έχει χάσει τα χέρια, τα πόδια και το πρόσωπό του, δεν μπορεί να δει, να ακούσει ή να μιλήσει και μοναδική του δυνατότητα επικοινωνίας είναι να αντιληφθεί τις δονήσεις.
Παρά την απόλυτη σωματική του καταστροφή, διατηρεί την επιθυμία να επικοινωνήσει και να συνεχίσει να υπάρχει.
Μια νοσοκόμα αντιλαμβάνεται σταδιακά την προσπάθειά του. Ο Τίμοθι Μπότομς πρωταγωνίστησε, ενώ στο καστ συμμετείχαν ακόμη η Κάθι Φιλντς, ο Τζέισον Ρόμπαρντς και ο Ντόναλντ Σάδερλαντ.
Στην ταινία συμμετείχε επίσης, ως σεναριακός συνεργάτης, ο Λουίς Μπουνιουέλ.
Ο πιο ακριβοπληρωμένος γραφιάς του Χόλιγουντ
Πριν από τη μαύρη λίστα, ο Τράμπο είχε ήδη εξελιχθεί σε έναν από τους πλέον περιζήτητους και ακριβοπληρωμένους σεναριογράφους της αμερικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας.
Η επιτυχία του «Kitty Foyle» («Το Δράμα μιας Γυναίκας») του χάρισε την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ σεναρίου.
Ακολούθησαν ταινίες όπως το «Thirty Seconds Over Tokyo» («Τριάντα δευτερόλεπτα πάνω από το Τόκιο») και το «Our Vines Have Tender Grapes» («Τα αμπέλια μας έχουν μαλακά σταφύλια»).
Ο Τράμπο είχε πλέον κατακτήσει μια θέση στην πρώτη γραμμή των σεναριογράφων του Χόλιγουντ.
Η πορεία αυτή, όμως, επρόκειτο να διακοπεί απότομα.
Κομμουνιστής και αντιφασίστας πριν από τον Ψυχρό Πόλεμο
Ο Τράμπο δεν έκρυβε τις πολιτικές του πεποιθήσεις και είχε υπάρξει μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος των ΗΠΑ. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε σε αντιφασιστικές και αντιναζιστικές δράσεις και υποστήριζε την αμερικανική συμμετοχή στον πόλεμο.
Η θέση του αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία πριν από την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, όταν η επίσημη αμερικανική πολιτική και σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης παρέμεναν αντίθετα στην άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ.
Μετά την ιαπωνική επίθεση, βεβαίως, το πολιτικό σκηνικό άλλαξε ριζικά.
Με το τέλος του πολέμου, όμως, ο εχθρός άλλαξε.
Η Σοβιετική Ένωση και ο κομμουνισμός βρέθηκαν στο επίκεντρο της αμερικανικής καχυποψίας και η πολιτική ατμόσφαιρα μετατράπηκε σταδιακά σε μια ευρύτερη αντικομμουνιστική εκστρατεία.
Ο Μακαρθισμός και το κυνήγι των «εσωτερικών εχθρών»
Ο Μακαρθισμός υπήρξε ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της αμερικανικής πολιτικής ζωής του 20ού αιώνα.
Ο όρος συνδέθηκε κυρίως με τον γερουσιαστή Τζόζεφ ΜακΚάρθι και την επιθετική εκστρατεία αναζήτησης υποτιθέμενων κομμουνιστών ή «φιλοκομμουνιστών» μέσα στην αμερικανική κοινωνία.
Η περίοδος της αντικομμουνιστικής υστερίας κορυφώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ενώ το κλίμα των διώξεων είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1940.
Η κινηματογραφική βιομηχανία αποτέλεσε έναν από τους βασικούς στόχους.
Η Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων της Βουλής (HUAC) ερεύνησε τις υποτιθέμενες κομμουνιστικές επιρροές στο Χόλιγουντ και το 1947 κάλεσε ηθοποιούς, σκηνοθέτες, παραγωγούς και σεναριογράφους να καταθέσουν.
Δέκα από αυτούς αρνήθηκαν να συνεργαστούν. Έγιναν γνωστοί ως οι «Hollywood Ten» και μεταξύ τους βρισκόταν ο Τράμπο.
Η άρνησή τους να απαντήσουν στις ερωτήσεις της επιτροπής οδήγησε σε καταδίκες για περιφρόνηση του Κογκρέσου και στην επιβολή της πρώτης οργανωμένης μαύρης λίστας από τα μεγάλα στούντιο. Σύντομα το μέτρο ξεπέρασε κατά πολύ τους δέκα και επηρέασε εκατοντάδες επαγγελματίες της βιομηχανίας του θεάματος.
Η «μαύρη λίστα» και η φυλακή
Τον Ιούλιο του 1946, ακόμη και πριν από τις ακροάσεις της HUAC, ο εκδότης του «Hollywood Reporter», Μπιλ Γουίλκερσον, είχε δημοσιεύσει άρθρο με τίτλο «A Vote for Joe Stalin», κατονομάζοντας ανθρώπους του Χόλιγουντ που θεωρούσε κομμουνιστές ή συμπαθούντες του κομμουνισμού.
Ο Τράμπο βρισκόταν ανάμεσά τους.
Το 1947 κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον της HUAC. Αντί να απαντήσει στις ερωτήσεις για τις πολιτικές του πεποιθήσεις και τις σχέσεις του, αμφισβήτησε την ίδια τη νομιμότητα της διαδικασίας.
Το αποτέλεσμα ήταν να καταδικαστεί για περιφρόνηση του Κογκρέσου και να οδηγηθεί στη φυλακή. Το 1950 καταδικάστηκε σε έναν χρόνο φυλάκισης και τελικά εξέτισε περίπου 11 μήνες στο ομοσπονδιακό σωφρονιστικό ίδρυμα του Άσλαντ στο Κεντάκι.
Παράλληλα, οι μεγάλες εταιρείες του Χόλιγουντ τον απέκλεισαν από την ανοιχτή αγορά εργασίας. Για έναν άνθρωπο που μέχρι τότε ήταν από τους πιο ακριβοπληρωμένους σεναριογράφους της χώρας, η πτώση ήταν απότομη.
Η εξορία στο Μεξικό
Μετά την αποφυλάκισή του το 1951, ο Τράμπο εγκατέλειψε την Καλιφόρνια και εγκαταστάθηκε μαζί με τη σύζυγό του Κλίο και τα τρία παιδιά τους στην Πόλη του Μεξικού. Εκεί παρέμεινε περίπου δύο χρόνια, προτού επιστρέψει στις ΗΠΑ το 1954.
Ο γάμος του με την Κλίο Φίντσερ είχε γίνει το 1938 και η οικογένεια αποτέλεσε σημαντικό μέρος της ζωής του στα χρόνια της μαύρης λίστας. Η οικονομική πίεση ήταν τεράστια, αλλά ο Τράμπο βρήκε έναν τρόπο να συνεχίσει να γράφει.
Δούλευε κρυφά, με ψευδώνυμα και μέσω άλλων σεναριογράφων. Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 έγραψε περισσότερα από 30 σενάρια με διαφορετικούς τρόπους απόκρυψης της ταυτότητάς του.
Τα «ορφανά» Όσκαρ
Η πιο παράδοξη συνέπεια της μαύρης λίστας ήταν ότι το έργο του Τράμπο συνέχιζε να βραβεύεται, την ώρα που ο ίδιος δεν μπορούσε να εμφανιστεί ως δημιουργός του.
Το 1953 η «Roman Holiday» («Διακοπές στη Ρώμη»), με τον Γκρέγκορι Πεκ και την Όντρεϊ Χέπμπορν, κέρδισε το Όσκαρ σεναρίου.
Το σενάριο είχε γραφτεί από τον Τράμπο, όμως στην οθόνη εμφανίστηκε άλλο όνομα, του Ίαν ΜακΛέλαν Χάντερ.
Η ταινία του Γουίλιαμ Γουάιλερ, με την ιστορία της πριγκίπισσας που δραπετεύει από το πρωτόκολλο και γνωρίζει έναν Αμερικανό δημοσιογράφο στη Ρώμη, έγινε ένα από τα κλασικά ρομαντικά φιλμ του Χόλιγουντ.
Η Όντρεϊ Χέπμπορν κέρδισε το Όσκαρ Α΄ γυναικείου ρόλου και η ταινία έμεινε στην ιστορία για το μελαγχολικό φινάλε της.
Χρειάστηκαν δεκαετίες μέχρι να αποκατασταθεί επίσημα η πραγματική συμβολή του Τράμπο.
Το Writers Guild of America διόρθωσε το 2011 την πίστωση του σεναρίου και αναγνώρισε τον Τράμπο ως τον πραγματικό σεναριογράφο.
Το Όσκαρ του «Robert Rich»
Ακόμη πιο παράδοξη ήταν η ιστορία του «The Brave One». Ο Τράμπο έγραψε την ιστορία της ταινίας χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Robert Rich».
Το φιλμ κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ιστορίας το 1957, όμως ο Robert Rich δεν εμφανίστηκε ποτέ στην τελετή, επειδή στην πραγματικότητα δεν υπήρχε τέτοιος σεναριογράφος.
Η Ακαδημία γνώριζε την πραγματική κατάσταση και εκείνη την περίοδο οι κανόνες της δεν επέτρεπαν σε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος να διεκδικήσει δημόσια το βραβείο.
Η ιστορία προκάλεσε έντονη δημοσιότητα, καθώς οι δημοσιογράφοι προσπάθησαν να εντοπίσουν τον μυστηριώδη Robert Rich. Τελικά αποκαλύφθηκε ότι πίσω από το όνομα βρισκόταν ο Τράμπο.
Το 1975, σχεδόν δύο δεκαετίες μετά τη βράβευση, η Ακαδημία απέδωσε επίσημα το Όσκαρ στον πραγματικό δημιουργό του.
Ο «Σπάρτακος» σπάει τη σιωπή
Το 1960 ήρθε η στιγμή που η σιωπή γύρω από το όνομά του άρχισε να καταρρέει.
Ο Ότο Πρέμινγκερ ανακοίνωσε ότι ο Τράμπο θα λάμβανε επίσημη πίστωση για την «Έξοδο» («Exodus»).
Λίγους μήνες αργότερα, ο Κερκ Ντάγκλας έκανε το ίδιο για τον «Σπάρτακο».
Η απόφαση του Ντάγκλας είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν επρόκειτο απλώς για την επιλογή ενός σημαντικού ηθοποιού και παραγωγού να χρησιμοποιήσει τον πραγματικό σεναριογράφο του έργου του.
Ήταν μια δημόσια αμφισβήτηση ενός συστήματος που είχε επιβάλει για χρόνια την επαγγελματική εξαφάνιση του Τράμπο και άλλων δημιουργών.
Η επίσημη αναγνώριση του ονόματός του στις δύο μεγάλες παραγωγές του 1960 θεωρείται ένα από τα σημεία καμπής για το τέλος της χολιγουντιανής μαύρης λίστας.
Η επιστροφή
Μετά το 1960 ο Τράμπο επέστρεψε κανονικά στην κινηματογραφική βιομηχανία. Συνέχισε να γράφει για ταινίες όπως το «Hawaii», το «Lonely Are the Brave», το «The Fixer» και, φυσικά, τον «Papillon».
Το 1971 αποφάσισε να μεταφέρει ο ίδιος στη μεγάλη οθόνη το «Johnny Got His Gun».
Η ταινία αποτέλεσε την κορύφωση της αντιπολεμικής πλευράς του έργου του και απέσπασε σημαντική διάκριση στο Φεστιβάλ των Καννών.
Ο Τράμπο είχε πλέον περάσει από την κορυφή στην εξορία και από εκεί ξανά στην κορυφή. Δεν κατάφερε, όμως, να δει όλες τις εκκρεμότητες της καριέρας του να κλείνουν.
Πέθανε στις 10 Σεπτεμβρίου 1976, σε ηλικία 70 ετών.
Η πλήρης αποκατάσταση της συμβολής του στη «Roman Holiday» θα ερχόταν αρκετές δεκαετίες αργότερα, ενώ η Ακαδημία είχε ήδη αναγνωρίσει επίσημα από το 1975 το Όσκαρ για το «The Brave One».
Ένας σεναριογράφος που έγινε σύμβολο
Η ιστορία του Ντάλτον Τράμπο ξεπερνά τα όρια μιας επιτυχημένης καριέρας στο Χόλιγουντ.
Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που βρέθηκε στην κορυφή, έχασε σχεδόν τα πάντα επειδή αρνήθηκε να καταθέσει σύμφωνα με τις απαιτήσεις μιας πολιτικής επιτροπής και στη συνέχεια συνέχισε να γράφει χωρίς να μπορεί να χρησιμοποιήσει το όνομά του.
Τα σενάριά του εξακολουθούσαν να κερδίζουν βραβεία, οι ταινίες του γίνονταν επιτυχίες και το κοινό απολάμβανε έργα όπως η «Roman Holiday» χωρίς να γνωρίζει πάντοτε ποιος πραγματικά τα είχε γράψει.
Η αποκατάσταση ήρθε σταδιακά.Ο Τράμπο επέστρεψε στην Ένωση Σεναριογράφων, το όνομά του εμφανίστηκε ξανά στις μεγάλες παραγωγές και τα βραβεία που είχαν απονεμηθεί σε ψευδώνυμα ή σε άλλους ανθρώπους άρχισαν να επιστρέφουν στον πραγματικό δημιουργό τους.
Η δική του περίπτωση παραμένει ίσως η πιο χαρακτηριστική υπενθύμιση ότι στη χολιγουντιανή ιστορία υπάρχουν ταινίες που γνωρίζουμε όλοι, αλλά και άνθρωποι πίσω από αυτές που χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες μέχρι να αναγνωριστούν.
Πηγή: skai.gr
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.









