Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (26/10/1912)
Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Ο ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΥΣ ΣΩΣΙΠΟΛΙΣ ΚΑΙ ΣΩΣΙΠΑΤΡΙΣ ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1912)
Μετά την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου (1912) και ενώ τα ελληνικά όπλα θριάμβευαν σε όλα τα μέτωπα, δύο ήταν τα μεγάλα οράματα, η Θεσσαλονίκη και το Μοναστήρι. Στο ηρωικό Μοναστήρι χτυπούσε από αιώνων η καρδιά του Βορείου Ελληνισμού και ιδιαίτερα του Μακεδονικού Ελληνισμού. Εκεί είχε αρχίσει ο Μακεδονικός Αγώνας και από τα αιματόβρεχτα εκείνα χώματα ακουγόταν η κραυγή του Εθνικού Προφήτου της μαρτυρικής Μακεδονίας, του Ίωνος Δραγούμη, που ήταν η ψυχή του ανυπέρβλητου εκείνου Ιερού Αγώνος στο ιστορικό Μοναστήρι: «Έλληνες, αν τρέξουμε να σώσωμε την Μακεδονίαν, η Μακεδονία θα μας σώση. Αν τρέξουμε να σώσωμε την Μακεδονίαν, εμείς θα σωθούμε».
Ο Αρχιστράτηγος και Διάδοχος Κωνσταντίνος επιθυμούσε διακαώς για λόγους στρατηγικής να ανακόψει το σχεδιασμό και την πορεία των Σέρβων προελαύνοντας με τον ελληνικό στρατό προς βορράν για να καταλάβει πρώτος το ιστορικό Μοναστήρι, αλλά ο τότε Πρωθυπουργός και Υπουργός Εθνικής Αμύνης Ελευθέριος Βενιζέλος γνωρίζοντας ότι οι Βούλγαροι είχαν ήδη καταλάβει την Καβάλα και τις Σέρρες όντες αποφασισμένοι να εισέλθουν πρώτοι και ως τροπαιούχοι στη Θεσσαλονίκη, πίεζε σθεναρώς τον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο να κατευθυνθεί προς ανατολάς και να καταλάβει την Θεσσαλονίκη, την φυσική Πρωτεύουσα της Μακεδονίας, μια περιοχή με εξόχως και ιδιαζόντως στρατηγική σημασία, της οποίας η απελευθέρωση αποτελούσε προαιώνιο και διακαή πόθο του Μακεδονικού Ελληνισμού. Προς τον σκοπό τούτο, ο Ελ. Βενιζέλος απέστειλε ένα «τηλεγράφημα-τελεσίγραφο» προς τον Διάδοχο Κωνσταντίνο, στο οποίο έγραφε: «Καθιστώ υμάς υπευθύνους διά πάσαν αναβολήν έστω και στιγμής».
Η απερίφραστη αυτή «διαταγή» του διορατικού Ελ. Βενιζέλου ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της ρεαλιστικής πολιτικής του μεγάλου αυτού πολιτικού ανδρός, ο οποίος πίστευε ότι ήταν απολύτως επιβεβλημένη η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον ελληνικό στρατό προκειμένου η Ελλάδα κατά την δεδομένη χρονική στιγμή να βρεθεί σε «θέση ισχύος», όταν αργότερα θα επακολουθούσε η διανομή των εδαφών από τις νικήτριες Μεγάλες Δυνάμεις.
Την ίδια στιγμή που οι Βούλγαροι είχαν στρατοπεδεύσει σε απόσταση αναπνοής έξω από τη Θεσσαλονίκη και ο ελληνικός στρατός στη περιοχή Χαρμάνκιοϊ (σημερινό Κορδελιό), στα υψώματα του Ευόσμου και στο χωριό Γέφυρα (τότε Τόψιν), όπου ο Διάδοχος Κωνσταντίνος είχε εγκαταστήσει το προσωρινό στρατηγείο του, ο Ανώτατος Διοικητής της Θεσσαλονίκης και Επικεφαλής του Γ΄ Οθωμανικού Σώματος Στρατού Χασάν Ταχσίν Πασάς διά του Επιτελάρχου του Σεφίκ Πασά διαπραγματευόταν εμπράκτως την έντιμη παράδοση της Θεσσαλονίκης στους Έλληνες θέτοντας οριστικώς φραγμό στους ενδόμυχους πόθους των Βουλγάρων για την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης, λέγοντας την ιστορική πλέον φράση: «Από τους Έλληνες πήραμε την Θεσσαλονίκη πριν από 482 χρόνια και πάλι στους Έλληνες θα την παραδώσουμε».
Μετά από 482 έτη δουλείας (1430-1912) το πλήρωμα του χρόνου είχε έλθει και, όπως γλαφυρά έχει αποτυπωθεί σε κείμενο της εποχής εκείνης: «κάποια γιαγιά με το βλέμμα γεμάτο από την ομίχλη ενός πονεμένου παρελθόντος σηκώνει το χέρι της, δείχνει πίσω από το παράθυρο προς τα πέρα, προς το λόφο, όπου χάνονται μέσα στο σκοτάδι οι πολεμίστριες του Κάστρου. –Να γιόκα μου, λέει στον εγγονό της. Εκεί πέρα. Εκεί πέρα θα φανεί ο καβαλάρης, ολόλαμπρος ο Άγιος, που βγήκε να διαφεντεύσει την πόλη του. Και τα οράματα συγχέονται με τους πόθους, πνίγονται στη νύχτα, ανακατώνονται με τις προσευχές. Οι ραγιάδες βλέπουν την σκιά του να περνάει πάνω από τα τείχη την ημέρα της γιορτής του. Είναι 26 Οκτωβρίου του έτους 1912». Είχε ξημερώσει η 26η Οκτωβρίου, ημέρα εορτής του Μεγαλομάρτυρος Αγίου Δημητρίου, πολιούχου και προστάτου της Θεσσαλονίκης, όταν ο ελληνικός στρατός εισερχόταν θριαμβευτής και τροπαιοφόρος στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας που γίνεται και πάλι η Συμβασιλεύουσα του Ελληνισμού. Ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, αργά το βράδυ, υπογράφεται επίσημα και το πρωτόκολλο της «άνευ όρων» παραδόσεως της Πόλεως στον ελληνικό στρατό από τον Οθωμανό Διοικητή Χασάν Ταχσίν Πασά και τους πληρεξούσιους απεσταλμένους αξιωματικούς του Διαδόχου Κωνσταντίνου, ήτοι τους Ιωάννη Μεταξά και Βίκτωρα Δούσμανη.
Έτσι, σε δύο αράδες γράφτηκε το ιστορικό εκείνης της μεγάλης ημέρας: «Είναι η νύχτα στις 26 Οκτωβρίου 1912. Μία μοναδική νύχτα. Μέρα του Αγίου Δημητρίου. Μέρα του Μακεδόνα Πολεμιστή». Ο νικηφόρος ελληνικός στρατός εισήλθε την επομένη στην πόλη του μεγαλομάρτυρος και η σταυροφόρος γαλανόλευκη υψώθηκε στο διοικητήριο της Θεσσαλονίκης. Η επίσημη δοξολογία επί τη απελευθερώσει της Μητροπολιτικής πρωτεύουσας της Μακεδονίας έλαβε χώρα, παρόντος του Διαδόχου Κωνσταντίνου, στον ιστορικό ιερό ναό του Αγίου Μηνά χοροστατούντος του πολιού και σοφού Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Γενναδίου Αλεξιάδη (1912-1951). Η δε είσοδος και εγκατάσταση του Βασιλέως Γεωργίου Α΄ την 29η Οκτωβρίου 1912 στην πόλη επισημοποίησε την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και επισφράγισε την κυριαρχία της Ελλάδος στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Έκτοτε η ιστορική αυτή επέτειος θεωρείται και εορτάζεται ως σύμβολο απελευθερώσεως της όλης ελληνικής Μακεδονίας.
Το συγκλονιστικό γεγονός της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης κατά την ημέρα του πολιούχου αυτής Αγίου Δημητρίου εξέφρασε με την οξυπετή και ενήδονη ποιητική του δεινότητα και ο Ιωάννης Πολέμης: «Κι η σκλάβα εξύπνησε με μιάς. Πετιέται απ’ το κρεβάτι, τα ξαφνιασμένα μάτια της στα κάστρα της κολλά. Όχι, δεν ήταν όνειρο. Νάτη η παρθένα, νάτη, όμορφη, γαλανόλευκη, με το Σταυρό ψηλά».


