Ο δικός μου Σπύρος Χαλβατζής- Γράφει η Νάντια Βαλαβάνη

Ήταν ο Γραμματέας μας την περίοδο που η ΚΝΕ έφτασε στο απόγειο της, μ’ 100.000 πραγματικά, ενταγμένα σε οργανώσεις, μέλη. Είχα πάντα την αίσθηση ότι οι απόψεις του κινούνταν «στ’ αριστερά» της επίσημης γραμμής, ωστόσο τις άκουγα πάντα μέσα στα όργανα – ποτέ δεν έκανε, τουλάχιστον με μένα, ιδιαίτερες πολιτικοϊδεολογικές συζητήσεις.
Ήταν Φλεβάρης του 1973, νωρίς το βράδυ, ήμουνα 18,5 χρονών κι εδώ και 1-2 βδομάδες οργανωμένη στην Αντι-ΕΦΕΕ, όταν στο δυαράκι που είχα μόλις νοικιάσει, χτύπησε το κουδούνι. Δεν περίμενα κανένα, αλλά σκέφτηκα πως θα ήταν κάποιος φοιτητής απ’ την παρέα του Μήτσου Μπουρνού, που μαζί με τη Μάρω με είχαν φιλοξενήσει σπίτι τους, μερικά στενά παραπέρα, όλο τον προηγούμενο μήνα από τότε που παράτησα σπουδές κλπ στην Αγγλία για να καταφέρω να οργανωθώ στην Αθήνα. Άνοιξα κατευθείαν την πόρτα, γιατί δεν είχε «μάτι», αλλά στο κατώφλι στεκόταν ένας άγνωστος: Ένας όμορφος νεαρός με ασυνήθιστα για Έλληνα χρώματα, καστανόξανθος, με μάτια ανάμεσα στο πράσινο και το γαλάζιο, να με ρωτάει μ’ ένα πλατύ χαμόγελο αν στο διαμέρισμα βρίσκεται αυτή την ώρα μέσα ο τάδε (άγνωστο όνομα). Ενώ του λέω ότι βρίσκεται σε λάθος διεύθυνση, παγώνω: Απ’ το καθιστικό πίσω απ’ τον μικροσκοπικό διάδρομο του διαμερίσματος ακούγεται καθαρά να παίζει στο μαγνητόφωνο η «Κατάσταση Πολιορκίας» του Μίκη, που είχα φέρει λαθραία από το Λονδίνο ως «δώρο» στον Μήτσο. Θα πρέπει να ‘χω χλομιάσει, αλλά κι αυτός χάνει το χαμόγελο του. Δεν θυμάμαι ποιος ήταν πιο γρήγορος απ’ τους δυο μας, εγώ κλείνοντας την πόρτα ή αυτός κάνοντας επιτόπου στροφή για να φύγει. Σκέφτομαι με απελπισία ότι κατά πάσα πιθανότητα είναι χαφιές και, είναι δεν είναι, έχει σίγουρα ακούσει τους στίχους της Μαρίνας (Ρένας Χατζηδάκη), που είναι κάτι σαν ανάποδο πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.
Αυτή ήταν η πρώτη και μοναδική συνάντηση μου με τον, σχεδόν 26χρονο τότε, Σπύρο Χαλβατζή στη διάρκεια της δικτατορίας. Ο «ύποπτος», όχι απλά δεν ήταν χαφιές, αλλά είχε πίσω του ένα μακρύ ιστορικό τόπων εξορίας της δικτατορίας ήδη απ’ τα είκοσι του χρόνια και μέχρι το 1970, που είχε βρεθεί ανάμεσα στους τελευταίους που απολύθηκαν όταν οι τόποι εξορίας έκλεισαν. Καιρό απ’ όταν έγινε Γραμματέας μου – από το 1976 στο Γραφείο του ΚΣ της Οργάνωσης Αθήνας της ΚΝΕ και, μ’ ένα διάλλειμα λίγων χρόνων μετά το Α’ Συνέδριο της ΚΝΕ, όταν έγινε Γραμματέας μου στο Γραφείο του ΚΣ της ΚΝΕ – θυμηθήκαμε μαζί και κάναμε πλάκα γι’ αυτή την πανωλεθρία της πρώτης μας «συνάντησης»: Mε αυτόν να του έχουν δώσει διεύθυνση και διαμέρισμα λάθος, από άλλη συνάντηση, κι εγώ βεβαίως ν΄ απαντώ όχι με τη συγκεκριμένη φράση-παρασύνθημα, αλλά εντελώς λάθος, μόλις αυτός άρθρωσε το σύνθημα αναγνώρισης.
Απ’ τα χρόνια που ήταν «ο» Γραμματέας μου και μόνο, θα μπορούσε να γραφτεί ολόκληρο βιβλίο για τον χαμογελαστό αγωνιστή, τον γεννημένο στην Κοζάνη, νεαρό γουνεργάτη και νυχτερινό μαθητή στην Καστοριά, που μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου πιάστηκε ξανά και γύρισε με την Μεταπολίτευση ως ένας απ’ τους 44 απελευθερωμένους εξόριστους από τα Γιούρα που είχε ξανανοίξει ειδικά γι’ αυτούς η

3o Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, Περιστέρι, Σεπτέμβρης 1978. Ο Σπύρος, Γραμματέας Αθήνας της ΚΝΕ, περιστοιχίζεται από μέλη του Γραφείου Αθήνας και του ΚΣ της ΚΝΕ. Από τ’ αριστερά προς τα δεξιά: Γιώργος Γράψας, Άγγελος Χάγιος, Τάσος Σέμπος (πέθανε το 2025), Σήφης Καυκαλάς, Ελένη Παπαευθυμίου, Σπύρος Χαλβατζής, Νάντια Βαλαβάνη, Μαρία Δαμανάκη, Χρήστος Τόλης.
«Χούντα μέσα στη χούντα» του Ιωαννίδη – ο νεαρός με το ψάθινο καπέλο που, μέσα στο χαμό του γιορτασμού υποδοχής του σαπιοκάραβου που τους έφερε στο Πόρτο Ράφτη κι αποτυπώνεται στο ντοκιμαντέρ του Καβουκίδη, κάποιος του βάζει ανάμεσα στα δόντια ένα κόκκινο γαρύφαλλο… Για έναν άνθρωπο «έξω καρδιά», με πληθωρικό χαρακτήρα και, ταυτόχρονα, σιδερένια αυτοπειθαρχία, με τη χαρακτηριστική του φρασούλα που επαναλάμβανε σε όλες τις πολιτικές εκτιμήσεις του εκείνα τα πρώτα χρόνια («και τρία αυγά Τουρκίας») και τη μυστική αγαπημένη του, τη σύντροφο της ζωής του τη Μαριάνθη, που μας την έκρυβε για αρκετό χρόνο πίσω απ’ την αρχετυπική αναφορά του στην, παντελώς άγνωστη μας, «Διαμάντω» του. Αν θυμάμαι καλά, προφανώς αξιοποιώντας για διάβασμα την τελευταία επτάμηνη εξορία του, έδωσε εξετάσεις στην Επιτροπή του Υπουργείου Παιδείας και πήρε το Απολυτήριο του εξατάξιου Γυμνασίου στα 27 του δυο μήνες μετά την πολιτική αλλαγή.
Με την ΚΝΕ στις πρώτες γραμμές των εργατικών αγώνων της Μεταπολίτευσης, δεν θα ξεχάσω ποτέ την οργή και τη θλίψη του το 1980, όταν έφτασαν τα νέα για την, ουσιαστικά, δολοφονία της 21χρονης φοιτήτριας της Παντείου, Σωτηρίας Βασιλακοπούλου, στην πύλη του Εργοστασίου της ΕΤΜΑ κι ενώ μοίραζε μέσα απ’ τα ανοιχτά παράθυρα των λεωφορείων που τους μετέφεραν, στους εργάτες που σχολούσαν προκηρύξεις για απεργία. Αναφερόταν μεταξύ μας με την ίδια θλίψη κι αγάπη γι’ αυτό το κορίτσι τα χρόνια που ακολούθησαν, ενώ για όλο το υπόλοιπο διάστημα ως Γραμματέας της ΚΝΕ στον τοίχο πίσω απ’ το γραφείο του κρεμόταν ένα πορτρέτο της Σωτηρίας.
Ο Σπύρος ήταν ο Γραμματέας μας την περίοδο της μεγάλης πολιτικής ενότητας της ΚΝΕ, μέχρι το 11ο Συνέδριο του ΚΚΕ, που εισήγαγε τα πρώτα «καινά δαιμόνια» με τις «φιλοδοξίες» της τότε ηγετικής ομάδας του ΚΚΕ για συνεργασία με το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ. Ήταν ο Γραμματέας μας την περίοδο που η ΚΝΕ έφτασε στο απόγειο της, μ’ 100.000 πραγματικά, ενταγμένα σε οργανώσεις, μέλη. Είχα πάντα την αίσθηση ότι οι απόψεις του κινούνταν «στ’ αριστερά» της επίσημης γραμμής, ωστόσο τις άκουγα πάντα μέσα στα όργανα – ποτέ δεν έκανε, τουλάχιστον με μένα, ιδιαίτερες πολιτικοϊδεολογικές συζητήσεις. Το 1986, όταν πέρασε από την ΚΝΕ στο κόμμα και υπήρχαν πλέον διαμορφωμένα (τουλάχιστον απ’ την άποψη των απόψεων) δυο «στρατόπεδα», αυτά που το 1989 συγκροτήθηκαν κι ήρθαν σε ρήξη, πρότεινε ως απερχόμενος Γραμματέας έναν άλλο εργαζόμενο (γυψαδόρο στην οικοδομή από τα 13 του) και νυχτερινό μαθητή, τον Γιώργο Γράψα. Το ΠΓ ήθελε, αντίθετα, ο επόμενος Γραμματέας να είναι ο, φίλος κι «αναπληρωτής» κουμπάρος στο γάμο μου, απόφοιτος του Οικονομικού Τμήματος του ΕΚΠΑ, Δημήτρης Κοντοφάκας. Επειδή την εποχή εκείνη είχε ακόμα μεγάλη σημασία η ομοφωνία, το ΠΓ αποφάσισε να πάρει τη γνώμη και των άλλων μελών της Γραμματείας του Γραφείου του Κ.Σ., δηλ. εμένα: Καθώς η Γραμματεία ήταν τετραμελής, με συμμετοχή του Σπύρου ως Γενικού Γραμματέα – που είχε ήδη κάνει την δική του πρόταση -, του Γιώργου Γράψα και του Δημήτρη Κοντοφάκα – που ως «υποψήφιοι» κι οι δυο δεν είχε νόημα να τους ρωτήσουν –, κάλεσαν για γνωμοδότηση μόνο το τέταρτο μέλος της. Κι έτσι βρέθηκα σε συνεδρίαση

Αθήνα, 1979. Διεθνής Συνδιάσκεψη Νεολαίας για τη μετατροπή της Μεσογείου σε ζώνη ειρήνης και συνεργασίας. Ο Σπύρος στο βήμα, ενώ δίπλα μου τρίτος από αριστερά ο πρώτος Πρόεδρος του ΚΣ της ΕΦΕΕ της Μεταπολίτευσης, Γιώργος Σταματάκης, που πέθανε το 2023.
του Π.Γ., με τον Σπύρο παρόντα, να εξηγώ γιατί κατά τη γνώμη μου η σωστή πρόταση για νέο ΓΓ της ΚΝΕ ήταν αυτή του Σπύρου και όχι εκείνη του ΠΓ. Οι τελευταίοι αποφάσισαν να υποχωρήσουν, ο Γράψας έγινε ο νέος Γραμματέας της ΚΝΕ – «λουλουδίζοντας» κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια μου από ένα πολύ ικανό νεαρό εργατικό στέλεχος σε έναν εξαιρετικό επικεφαλής της ΚΝΕ. Η συνέχεια, με κατάληξη τα γεγονότα του Σεπτέμβρη 1989, είναι γνωστή. (Συνιστά πολλαπλή απώλεια ότι ο Γιώργος πέθανε μόλις 45χρονος από καρκίνο.)
Το 1989, εν μέσω συγκυβέρνησης του ενιαίου Συνασπισμού (ΚΚΕ+ΕΑΡ) με την ΝΔ (κυβέρνηση Τζαννετάκη), θεωρούσα ότι ο Σπύρος θα συντασσόταν μαζί μας. Αυτό δεν έγινε. Τότε μόνο κατάλαβα ότι υπάρχουν κομμουνιστές, πολύ σημαντικοί άνθρωποι (π.χ. ο Αντώνης Καλαμπόγιας, που μπαινόβγαινε συνέχεια παράνομα στα σύνορα σε όλη τη διάρκεια της δικτατορίας, ήταν ο υπ’ αρ. 1 καταζητούμενος σε κάθε συνοριακό φυλάκιο και δεν πιάστηκε ποτέ), που ότι και να πιστεύουν για το τρέχον πολιτικό του πρόγραμμα, είναι αδύνατον να εγκαταλείψουν το ΚΚΕ. Ένας απ’ αυτούς ήταν κι ο Σπύρος.
Τις επόμενες δεκαετίες, η σχέση μας είχε γίνει τηλεφωνική. Στις λίγες περιπτώσεις που χρειαζόμουνα κάτι που να είχε σχέση με το ΚΚΕ, τον Σπύρο θα έπαιρνα πάντα τηλέφωνο. Αυτός μου απαντούσε στερεότυπα: «Θα πρέπει να ερωτηθεί το Π.Γ.». Αλλά πάντα μέσα σε 1-2 μέρες είχε μια απάντηση, θετική ή αρνητική.
Με τον Σπύρο ξανασμίξαμε δια ζώσης όταν το 2012 τον βρήκα βουλευτή του ΚΚΕ στη Βουλή. Η σχέση μας σε συλλογικό επίπεδο περιοριζόταν στα χαιρετίσματα. Ωστόσο, από ένα καπρίτσιο της τύχης, βρεθήκαμε κι οι δύο σχεδόν μόνοι μας ως μέλη της Επιτροπής της Βουλής, απ’ την οποία περνούν για έγκριση όλοι οι επικεφαλής των -τότε ακόμα, προ Υπερταμείου – πάσης φύσης κρατικών επιχειρήσεων και επιτροπών. Και βρεθήκαμε «σχεδόν μόνοι», επειδή το ΚΚΕ είχε μια θέση στην Επιτροπή, αυτή του Σπύρου, ενώ εμείς – ως αξιωματική αντιπολίτευση – τρεις, αλλά κατά κανόνα βρισκόμουν στις συνεδριάσεις κι εγώ μόνη. Δεν θυμάμαι γιατί έλειπε συχνά το τρίτο μέλος μας, αλλά θυμάμαι καθαρά ότι ο επικεφαλής μας στην Επιτροπή, ο Γιάννης Δραγασάκης, κατά κανόνα απουσίαζε, προφανώς προκειμένου να αποφύγει το νομοτελειακό κοντράρισμα (υποβάλλαμε ερωτήσεις για στρίμωγμα και στη συνέχεια λέγαμε τη γνώμη μας για την ακαταλληλότητα κάθε μνημονιακής πρότασης για Πρόεδρο Τράπεζας, Οργανισμού ή Επιτροπής). Έτσι βρέθηκα ν΄ αυτοσχεδιάζω. Αρχικά ανακάλυψα ότι το ΚΚΕ πάντα κι εμείς κατά κανόνα μετά από την τελική λεκτική τοποθέτηση ψηφίζαμε «λευκό». Αυτό το άλλαξα για μας σε ψήφο «κατά». Αν τυχόν ερχόταν προς το τέλος της συνεδρίασης, αφού είχα ήδη μιλήσει και δηλώσει ότι καταψηφίζουμε, ο Γ.Δ. και με ρωτούσε «τι ψηφίζουμε;”, του έλεγα πάντα «κατά» κι ότι το έχω ήδη δηλώσει, οπότε κι αυτός αναγκαστικά καταψήφιζε. Με τον Σπύρο, καθώς βρισκόμασταν μαζί (καθόταν πίσω μου) στην αίθουσα από την αρχή, λίγο πριν ξεκινήσει η Επιτροπή, αρχίσαμε σιγά-σιγά να πιάνουμε κουβέντα για τον εκάστοτε υποψήφιο, να λέει ο ένας στον άλλο τα πιο επίμαχα στο βιογραφικό του. Και, ω του θαύματος, από ένα σημείο και πέρα την ώρα της ψηφοφορίας, όχι πάντα, αλλά πολύ συχνά, ο Σπύρος, εγκαταλείποντας το αιώνιο «λευκό», καταψήφιζε…
Τα χρόνια μετά το Τρίτο Μνημόνιο, και οι δύο πλέον εκτός Βουλής, καθώς είχαμε
γίνει φίλοι με τον μεγαλύτερο γιο του, Αλέκο Χαλβατζή, και τη νύφη του, τη
βραβευμένη νεαρή σκηνοθέτρια Ασημίνα Προέδρου, άρχισα να τον συναντώ μαζί με
τη Μαριάνθη σε χαλαρές στιγμές, σε οικογενειακές γιορτές των παιδιών του, πολιτικές
«βαφτίσεις» των εγγονιών του κλπ, αλλά και σ’ εκδηλώσεις αλληλεγγύης στην Κούβα,
όπου από τις εθελοντικές Μπριγάδες Εργασίας εκεί δεν πέρασε μόνο ο γιός του – από
τα πρόσωπα που «κρατούν» το σύλλογο αλληλεγγύης στους αγώνες των λαών της
Λατινικής Αμερικής «Χοσέ Μαρτί» -, αλλά και η Μαριάνθη, που πρέπει να ήταν από τις
μεγαλύτερες σε ηλικία μπριγαδίστριες που έχουν δουλέψει κάτω απ’ τον καυτό ήλιο
του νησιού.
Την τελευταία δεκαετία στο ΣΦΕΑ ’67-74 (Σύλλογο Φυλακισθέντων κι Εξορισθέντων Αντίστασης ’67-’74) – τον μοναδικό σύλλογο αντιστασιακών που παραμένει ενιαίος, όπου όχι χωρίς δυσκολίες συνυπάρχουμε ακόμα όλοι μαζί, με ενιαίο ψηφοδέλτιο και πλειοψηφία στο Δ.Σ ανάλογη κατά βάση με τις βουλές του Χάροντα, καθώς τουλάχιστον ένα μέλος μας πεθαίνει κάθε βδομάδα ανεξάρτητα από πολιτικοϊδεολογικά κριτήρια – άλλοτε είχε πλειοψηφία το ΚΚΕ, και τις τελευταίες φορές αυτό συνέπιπτε με Πρόεδρο μας τον Σπύρο, άλλοτε όλοι οι υπόλοιποι μαζί, οπότε ο Σπύρος εκλεγόταν Αντιπρόεδρος. Στο Σύλλογο ήμασταν καμιά εικοσαριά, οι περισσότεροι πρώην Κνίτες – τα τελευταία χρόνια κι εμείς αραιώνουμε για τους ίδιους ακριβώς λόγους – που κάθε δυο χρόνια που γίνονται εκλογές, ψηφίζαμε πρόσωπα και από τα δύο «μέρη»: Τον Σπύρο και όλα τα «κορίτσια» τα υποψήφια με το ΚΚΕ, κι επιλεγμένους εκπροσώπους απ’ όλο το υπόλοιπο φάσμα αντιδικτατορικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένου και του σημερινού Προέδρου του. Τελευταία φορά που ήταν Πρόεδρος ο Σπύρος, ήταν τη διετία του Covid 2020-2021. Κάναμε εκλογικοαπολογιστική συνέλευση υπαίθρια, στο προαύλιο του πρώην ΕΑΤ-ΕΣΑ, για αποτροπή επιτάχυνσης του έργου του Χάροντα ένα μεσημέρι του Ιούλη όταν, χωρίς καμιά ευθύνη του Σπύρου, ίσα-ίσα το αντίθετο, το κλίμα έγινε ιδιαίτερα εκρηκτικό. Σαν αποτέλεσμα, σηκώθηκαν μια σειρά από το «υπόλοιπο αντιδικτατορικό φάσμα» και δήλωσαν ότι, αν και είχαν έρθει διατεθειμένοι να ψηφίσουν τον απολογισμό, μετά απ’ ότι ανταλλάχθηκε – και πάλι, ο Σπύρος δεν είχε καμιά ανάμιξη σ’ αυτές τις «ανταλλαγές» – δεν μπορούν παρά να τον καταψηφίσουν. Κι έτσι βρέθηκα να είμαι η μόνη εκτός ΚΚΕ που όχι μόνο μίλησε θετικά – θετικά είχαν μιλήσει και αρκετοί άλλοι-, αλλά και υπερψήφισε τελικά τον απολογισμό του ΔΣ (όταν η ατμόσφαιρα ξινίζει τόσο, πολλοί φεύγουν απ’ τη συνέλευση πριν την ώρα της ψηφοφορίας). Τον Σπύρο πρέπει να τον πείραξε πολύ περισσότερο αυτή η καταψήφιση της δουλειάς του ΔΣ, παρά τ’ ότι έγινε αντιπρόεδρος… Καταλάβαινα ότι είχε αλλάξει και η στάση του απέναντι μου, γι’ αυτό κι ένα απόγευμα που έτυχε να φεύγουμε ταυτόχρονα από εκδήλωση του ΣΦΕΑ τον έπεισα με χίλια ζόρια να ‘ρθει μαζί στο γραφείο μου να συζητήσουμε. Κι έτσι μετά από πολλά-πολλά χρόνια βρεθήκαμε πάλι μόνοι μαζί να μπορούμε να μιλήσουμε ελεύθερα. Εκεί αποκαλύφθηκε ότι δεν είχε πάρει είδηση ότι ήμουνα η μοναδική απ’ τους εκτός που υπερψήφισα τον απολογισμό (οι υπόλοιποι, που αν μένανε θα το κάνανε, είχαν προτιμήσει λόγω κλίματος ν΄ αποχωρήσουν πριν την ψηφοφορία) και είχε μείνει μέχρι τότε με την εντύπωση – και την πίκρα – ότι δεν είχε βρεθεί ούτε ένας εκτός ΚΚΕ, ούτε καν εγώ, να εκτιμήσει όλη την προσπάθεια που είχε καταβάλλει το ΔΣ κι ο ίδιος προσωπικά, εν μέσω πανδημίας, επί ένα χρόνο. Ελπίζω να τον έπεισα ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι, γιατί προς το τέλος μάλλον μαλάκωσε κι άρχισε να περιεργάζεται τα βιβλία της βιβλιοθήκης του Αλέκου Αλαβάνου, που μου είχε αφήσει στο γραφείο μου όταν, σχεδόν μέσα στην πανδημία, έκλεισε τα γραφεία του «Σχεδίου Β». Του είπα να πάρει όποια βιβλία θέλει, κι εμένα μου τα είχε χαρίσει ο Αλέκος, κι έφυγε παίρνοντας μαζί του ένα βιβλίο του δημοσιογράφου Πέτρου Παπακωνσταντίνου, που όταν ήμασταν όλοι στην ΚΝΕ, είχαν πολύ στενή σχέση κι ο Σπύρος αγαπούσε σχεδόν σαν παιδί του. Όπως μου είπε, ωστόσο, χθες κάποιος απ’ όσους ψηφίζαμε μαζί: «Πέθανε ο Σπύρος. Και τώρα πως θα ψηφίζουμε πλέον στο ΣΦΕΑ;»
Επιτρέψτε μου μια μέρα μετά το θάνατό του στα 79 του (αν δεν είχε ζήσει τόσο δύσκολη ζωή, σίγουρα είχε προδιαγραφές για να ζήσει πολύ περισσότερο), όταν ακόμα και κάποια προφορική κριτική που άκουσα για το βιβλίο του «Οι απείθαρχοι», που μόλις χθες έμαθα ότι κυκλοφορεί από τη «Σύγχρονη Εποχή», υποστήριζε ότι ως συγγραφέας παραήταν «προσεκτικός», ότι το «εμείς» έχει καταπιεί περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται το «εγώ», από μεριάς μου να είμαι απρόσεκτη. Και να μιλήσω έτσι αποχαιρετώντας τον «μπροστά» στα δυο του αγόρια, τις νύφες του, τα εγγόνια του και, βέβαια πριν απ’ όλα, τη συντρόφισσα της ζωής του, τη Μαριάνθη, για τον δικό μου Σπύρο, «τον» Γραμματέα μου, που αγαπούσα κι εκτιμούσα σταθερά πενήντα χρόνια τώρα, σε όλη την ενήλικη ζωή μου.


