ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΑΝΑ 1955
Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΑΝΑ 1955
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΝ ΔΙΩΓΜΩ
ΡΩΜΑΙΗΚΑ ΣΕΒΑΣΜΑΤΑ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΗΣ ΑΝΘΙΣΤΑΜΕΝΑ
Η Κωνσταντινούπολη είναι ευρυχώρου καρδίας Μάνα στης οποίας τις μητρικές αγκάλες «συν-χωρούνται» και «αλληλοπεριχωρούνται» τόσο ο Σταυρός όσο και η Ημισέληνος, και αν κάποτε αντί για το ειρηνικό έλαιον στις ακοίμητες κανδήλες των ιστορικών και παλαιφάτων Εκκλησιών και των Μονών της εδόθη αφειδώς υπό του τυφλωμένου όχλου η πυρά και ο πυρακτωμένος δαυλός της καταστροφής, εντούτοις αυτή η «Αγία Πόλη» γνωρίζει καλά, κάλλιον πάσης άλλης σπιθαμής γης, να συγχωρεί τους πάντας αλλά ποτέ να μη λησμονεί τα ιερά σεβάσματα του ευσεβούς Ρωμαίηκου Γένους και τα «έμπειρα δάκρυα» των πονεμένων και απαρηγορήτων παιδιών της, τα οποία έφυγαν, πέταξαν ως αποδημητικά πουλιά στα τέσσερα σημεία του ορίζοντος.
Για την «Προκαθεζομένη» αυτή Πόλη, «Προκαθεζομένη» ουχί μόνον ανάμεσα στις λοιπές πόλεις της υφηλίου αλλά πρωτίστως στις καρδιές των πάσης φυλής και θρησκείας ανθρώπων και μέσα στην προσωπική έμφλογη νοσταλγίας ενθύμηση των «εμφλόγων Εκκλησιών και Μονών» της δανείζομαι – σχεδόν ακορέστως άπλειστα – από την θεσπέσια γραφή του Καθηγουμένου Αρχιμ. π. Δοσιθέου και προσυπογράφων τα γραφόμενά του επαναγράφω: «Είτε σαν Βυζάντιο, είτε σαν νέα Ρώμη, είτε σαν Κωνσταντινούπολις, είτε σαν Κωνσταντινιέ, είτε σαν Istanbul δεν παύει να είναι αγαπητή και αγία. Και για όσα εκήρυξε τότε ο Ιωσήφ Βρυέννιος και για όσα παρέλειψε και για όσα συνέβησαν αργότερα.
Για τους νεομάρτυρες, για τις νέες Εκκλησίες, για την επιβίωσι του Γένους, για τα σχολεία της, για την φιλανθρωπία της, για τα νοσοκομεία της.
Είναι αγαπημένη και αγία και τώρα.
Με τον Πατριάρχη μας, με τους κληρικούς μας, με την ομογένεια. Με τις εκκλησίες της, τα αγιάσματά της, τα σχολεία της, με την πνευματική ζωή της.
Ίσως είναι ολίγον «έξωρος», λίγο γηρασμένη. Με τους αιώνες ζωής, με τόσες περιπέτειες, με τόσες δηώσεις φυσικό είναι. Εξ άλλου είναι και η πατίνα του χρόνου.
Είναι όμως μιά γηραιά κυρία όλο αρχοντιά και καμάρι, όλο ευγένεια και χάρι. Και το κυριώτερο·τα έχει «τετρακόσια»!
Κωνσταντινούπολι!
Είσαι για όλους μας, για το ευλογημένο μας Γένος, για τους Πανορθοδόξους, για τους όπου γης σωφρονούντας η αγαπημένη, η αγία.
Είσαι η aziz Istanbul!
Είσαι η αγία Κωνσταντινούπολις!».
Καθώς εμμονικά το βλέμμα πίπτει επί των ιστορικών φωτογραφιών του Δημητρίου Καλουμένου με τις «έμφλογες» και «πεσμένες» Εκκλησίες του Γένους στην Πόλη, στην πολυμαρτυρική και πολύκλαυστη Πόλη, όταν το έλαιον της ειρήνης το οποίο γεννούσε το «φως ιλαρόν» στις ακοίμητες κανδήλες τους, μετεβλήθη σε «λάδι επί της πυράς» και τις μεταμόρφωσε σε «παρανάλωμα του πυρός», έρχονται στο νου τα όσα γράφει ο εκ του Μεγάλου Ρεύματος Ποιητής Παναγιώτης Σούτζος (1806-1868) διατραγωδώντας την επίσκεψή του σε διαλελυμένο μοναστήριο:
«Εις τον ναόν σου σήμερον το πένθος Βασιλεύει
Αι άγιαι εικόνες σου, τα ιερά σου σκεύη
Κ’ οι κρυσταλλώδεις λύχνοι σου ηρπάγησαν αθρόοι,
Και την αγίαν τράπεζαν εκάλυψεν η χλόη.
Τον ζευγολάτην μοναχόν του όρθρου του η ώρα
Μετά σημάντρου δεν καλεί στο άροτρόν του τώρα.
Το ζεύγος του τ’ αροτρικόν βιαίως διελύθη
Και χείρας ευεργέτιδας το έθνος εστερήθη.
Ω βιαιότης ασεβής! Ω ιεροσυλία!
Γυμνώθησαν οι νάρθηκες, οι θόλοι, τα κελλία,
Και εις της Μεταλήψεως την αργυράν φιάλην
Μεθά ο κλέπτης έφορος μ’ αναίδειαν μεγάλην».
Περί της πολίτικης Ρωμηοσύνης και του τηλαυγεστάτου μαρτυρικώς καθηγιασμένου και Σταυραναστασίμου Φαναρίου «ουδέν τετέλεσται», αλλά τα πάντα αδιαλείπτως, «παρεμβολή Θεού», «καινά γίγνονται». Γι’ αυτό ο μυσταγωγός του μυστηρίου Φαναρίου και της πολίτικης Ρωμηοσύνης αοίδιμος Πέργης Ευάγγελος – σπανιώτατα το έπραττε – δίδει αυθεντική απόκριση στις μωρές γραφίδες και τα μωρά άρρητα ρήματα ενίων μωρών και αφρόνων, γράφων περί του θαυμαστού μυστηρίου της ανάλωτης εν αλώσει πολίτικης Ρωμηοσύνης: «Πολλά γράφονται τελευταία για τη Ρωμηοσύνη της Πόλης. Τα περισσότερα δυστυχώς αρνητικά ή απαισιόδοξα, ανιστόρητα ή και υστερόβουλα. Είναι προχειρολογήματα όψιμων ιδεολόγων, που θέλουν να τη βλέπουν χωρίς περαιτέρω μαρτυρία. Τη θλίβει τη Ρωμηοσύνη αυτή η στυγνή και αστάθμητη ενασχόληση αναρμοδίων με τα τίμια του Γένους. Αυτή η αρνητική συμμετοχή τους στην ώρα του πάθους της…
Δεν είναι ο οποιοσδήποτε λαός η Ρωμηοσύνη. Είναι ζυμάρι από τα χέρια του Θεού, που ζύμωσε φύραμα. Και τόκανε άρτιο για βρώση. Και πλήθαινε. Σαν τους πέντε άρτους της Αρτοκλασίας. Και σκορπίστηκε στις πέντε ηπείρους. Όλος ο κόσμος να πάρει κάτι από την ουσία του. Να γνωρίσει τα συστατικά του.
Η Πόλη για τη Ρωμηοσύνη είναι τόπος «νοητός». Όχι μόνον έκταση, όχι μόνον «τόπος μετρητός», με χώμα και μνημεία. Ούτε και απλή ιστορία. Είναι ένα βήμα διδαχής που αχρηστεύει την αξία των αριθμών. Κι είναι ακόμη ενσάρκωση παραδόσεων. Και τρόπος ζωής. Μέσα σ’ αυτή την ελεημένη διάστασή της, ο Ρωμηός γίνεται ένας ήρωας. Φίλος ηρώων και αγίων. Αφού αυτούς καθημερινά επικαλείται, μαζί με τη χάρη που τον επισκιάζει. Εκπροσωπεί ένα ήθος ασκητικό της Ορθοδοξίας, χωρίς να είναι ψευδαισθήσεις ασύμφορης φυγής στον έξω κόσμο. Μ’ αυτή του τη συγκράτηση, δίνει και στο Φανάρι τη δυνατότητα να ενσαρκώνει και να κηρύττει την υπερβατική του Οικουμενικότητα. Ωραϊζόμενος από το ορθόδοξο φέγγος, χρωματίζει τη χρονιότητά του με τη γοητεία της παλαιότητάς του. Και με μυστήριο που τον ωθεί έξω από τον περίβολό του, έξω από τη λαύρα του. Αυτά τον απογειώνουν…».
Όπου μακράν της Πόλεως κι αν ζει ο πολίτης Ρωμηός, την Πόλη ενθυμείται τόσες φορές όσες και οι αναπνοές του και ουδέποτε την λησμονεί, γιατί η Πόλη είναι Αλήθεια, η οποία υπερνικά την λήθη. Τούτη την αλήθεια εκφράζει και ο Κωνσταντινουπολίτης Μέντης Μποσταντζόγλου, ο οποίος τον Σεπτέμβριο του 1985 έγραφε σε ένα ποίημά του, υπό τον τίτλο: «Για τον ξενιτεμένο Κωνσταντινουπολίτη», τα εξής:
«Πόλη Κωνσταντινοπούπολη πατρίδα μου χαμένη/
Βασίλισσα των πόλεων χιλιοτραγουδισμένη./
Είσαι στον κόσμο ξακουστή από την ομορφιά σου/
για του Βοσπόρου τα νερά και την Αγιά Σοφιά σου./
Πόλη Κωνσταντινούπολη πατρίδα μου χαμένη/
η θύμησή σου στην καρδιά νοσταλγικά μου μένει/
κι’ όσο κι’ αν είμαι μακριά απ’ τα άγια χώματά σου/
ο λογισμός μου βρίσκεται παντοτινά κοντά σου/».


